Login   ÅããñáöÞ íÝïõ ÷ñÞóôç   Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017
   Âñßóêåóôå åäþ: Ερευνητικό Πρόγραμμα "Θράκη - Μακεδονία" Áñ÷éêÞ Óåëßäá 
 
Πρόγραμμα Καταγραφής
 
Γεωγραφική Πλοήγηση
Θεματική Πλοήγηση
Λέξεις Κλειδιά
 
Απλή Αναζήτηση
Σύνθετη Αναζήτηση
 
Πλοήγηση
Αναζήτηση
 
Φλάμπουρο
 
Αρχείο Αγγειοπλάστη
Powered by COMMET
 
 Προηγούμενο Αρχή Επόμενο 
ΚΙΝΗΣΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΛΑΜΠΑΝ: ένας σύντομος οδηγός

ΙΙΙ.  ΚΙΝΗΣΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΛΑΜΠΑΝ: ένας σύντομος οδηγός

 

H κινησιογραφία του Λάμπαν, το οικουμενικής εμβέλειας σύστημα καταγραφής της κίνησης, αποτυπώνει στο χαρτί πατήματα και κινήσεις που εκτελεί το ανθρώπινο σώμα στο χώρο και στο χρόνο. Η μεταφορά αυτή επιτυγχάνεται με τη χρήση συμβόλων και σημείων που καταγράφονται σ’ ένα ιδιόμορφο είδος παρτιτούρας, το κινησιόγραμμα. Η δυναμική, η τέταρτη διάσταση, που καθορίζει την ποιότητα των κινήσεων, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο μέρος της κίνησης, αν και συχνά αποτελεί ξέχωρο τομέα γνωστό ως effort shape (πηγαία προσπάθεια - εσωτερική ώθηση).

Η κινησιογραφία, όπως άλλωστε κάθε σημειογραφικό σύστημα, είναι ένα χρήσιμο εργαλείο επειδή με τις δυνατότητες που διαθέτει αφ ενός βοηθάει τον ενδιαφερόμενο να αναλύσει και να κατανοήσει την κίνηση, αφ ετέρου τον προκαλεί να τη συγκρίνει με μια άλλη, πρώτα ως κίνηση και στη συνέχεια, μέσα από την παράλληλη ανάπτυξη της με τον ήχο. Η κινησιογραφία συμβάλλει επίσης, στη διατήρηση των χορογραφικών έργων στο χρόνο, ενώ παράλληλα, ενισχύει την αναπαραγωγή και αναβίωσή τους χωρίς την παρουσία του δημιουργού του. Άλλωστε, ένα τυπωμένο κινησιόγραμμα στοιχίζει φθηνότερα και διοχετεύεται ευκολότερα στο κοινό. Το σημαντικό όμως, είναι ότι με την καταγραφή, το καταγραμμένο πλέον πολιτιστικό αντικείμενο–ο χορός, η κίνηση, το έθιμο–αποκτά υφή και από άϋλο πολιτισμικό υλικό μετατρέπεται σε υλικό, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στη δημιουργία μιας χορευτικής βιβλιογραφίας με παρτιτούρες, ανοίγοντας με τον τρόπο αυτό, το κεφάλαιο της διεκδίκησης πατρότητας και δικαιωμάτων επί του έργου.

Στη διάρκεια της συγγραφής ενός κινησιογράμματος η συμμετοχή του δημιουργού είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου η χορευτική δημιουργία δεν υποστηρίζεται από κάποιο λεξιλόγιο (ορολογία). Για να επιτευχθεί αυτό, ο καταγραφέας εκτός του ότι πρέπει να εξασκηθεί στο να βλέπει και να αναγνωρίζει το είδος της κίνησης που καλείται να καταγράψει (εξειδίκευση σε κάποιο είδος κίνησης), θα πρέπει να γνωρίζει τις προθέσεις των ερμηνευτών, να έχει συνείδηση του χώρου μέσα στον οποίο κινείται κάθε χορευτής ώστε να είναι σε θέση να περιγράψει τα συμβάντα με σαφήνεια και καθαρότητα. Με την καταγραφή ο ενδιαφερόμενος επιδιώκει να απαντήσει στα ερωτήματα:

Ποιός;  Το σώμα ή μέρη του σώματος

Τί;        Το είδος και την ποιότητα της κίνησης

Πού;     Στοιχεία κατεύθυνσης

Πώς;    Ο τρόπος ερμηνείας, δυναμική, ενέργειας που απαιτείται

Πότε;    Ο χρόνος

Γιατί;    Ο στόχος και σκοπός της ενέργειας, σχέσεις με το περιβάλλον, σχέσεις με άλλους ανθρώπους

 

 

 

 

α. Οι τέσσερις κανόνες της κινησιογραφίας του Λάμπαν

 

Η κινησιογραφία στηρίζεται πάνω σε τέσσερις κανόνες. Αυτοί είναι:

1) Η μορφή των σημείων κίνησης απεικονίζει τί συνέβη. Υπάρχουν δύο βασικές δυνατότητες: η κίνηση προς τα εμπρός και η στροφή. Η κίνηση προς τα εμπρός εκφράζεται με τα σημεία κατεύθυνσης. Τα σημεία αυτά μοιάζουν με στυλιζαρισμένα βέλη κίνησης. π.χ. ένα τρίγωνο που απεικονίζει προς τα δεξιά (1) απεικονίζει κίνηση προς το πλάι δεξιά, ένα σημείο λοξό προς τα δεξιά εμπρός (2) απεικονίζει τη διαγώνιο κατεύθυνση δεξιά εμπρός, και ένας δείκτης που απεικονίζει μπροστά (3) απεικονίζει κίνηση προς τα εμπρός. Ακόμη και στις στροφές η μορφή του σημείου δηλώνει το τί πρέπει να συμβεί, δηλαδή, ότι πρέπει να γίνει μια στροφή και προς ποιά κατεύθυνση. Το (4) απεικονίζει το σημείο στροφής προς τα δεξιά.

 

2) Η κινησιογραφία γράφεται και διαβάζεται από κάτω προς τα πάνω. Όλες οι κινήσεις που βρίσκονται η μια πάνω στην άλλη, γίνονται η μια πίσω από την άλλη, όπως ακριβώς κάθε τόνος μιας μελωδίας (5). Οι κινήσεις που βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο γίνονται συγχρόνως, όπως οι τόνοι μιας συγχορδίας (6).

 

3) Το μήκος των σημείων απεικονίζει την διάρκεια της κίνησης. Αν π.χ. διαλέξει κανείς ως μήκος για την χρονική μονάδα (το μουσικό τέταρτο) έναν πόντο, τότε το ολόκληρο θα έχει 4 πόντους, το μισό 2 πόντους, το τέταρτο 1 πόντο, το όγδοο ½ πόντο κ.ο.κ. (7). Σ’ ένα κινησιόγραμμα μπορεί κανείς να δει ζωντανούς τους ρυθμούς και να τους καταλάβει, ακόμα κι αν δεν γνωρίζει τις μουσικές αξίες, αφού ήχος και  κίνηση εξελίσσονται παράλληλα (8).

 

4) Από τη διάταξη των γραπτών σημείων μέσα και πλάι στο γραμμικό σύστημα μπορεί κανείς να δει ποιος ερμηνεύει την κίνηση, δηλαδή αν ήταν όλο το σώμα ή μόνον ένα μέρος του σώματος, και ποιό μέρος του σώματος ακριβώς. Στο παράδειγμα (26) αποτυπώνεται η μετακίνηση βάρους από το ένα πόδι στο άλλο δεξί – αριστερό – δεξί: (α) σε μεσαίο επίπεδο, (β) σε χαμηλό επίπεδο (γ) σε ψηλό επίπεδο.

 

 

β) Το κινησιόγραμμα

Η χορευτική παρτιτούρα, το κινησιόγραμμα (5) έχει ως βάση το πεντάγραμμο της μουσικής το οποίο περιστράφηκε κατά 900 και τοποθετήθηκε κάθετα. Από το πενταγραμμικό σύστημα διατηρούνται η πρώτη, η τρίτη και η πέμπτη γραμμή, ενώ η δεύτερη και η τέταρτη γραμμή, όπως και πολλές άλλες βοηθητικές γραμμές δεξιά και αριστερά του συστήματος, είναι μόνο νοερές. Οι νοερές αυτές γραμμές παρουσιάζονται ως διακεκομμένες. Οι ενδιάμεσοι χώροι μεταξύ δύο πραγματικά σχεδιασμένων ή δύο νοερών γραμμών, ονομάζονται στήλες (9).

Η κεντρική γραμμή του συστήματος (10) θεωρείται η κεντρική γραμμή του σώματος. Δεξιά της κεντρικής γραμμής σημειώνονται οι κινήσεις του δεξιού μισού του σώματος και αριστερά του αριστερού μισού. Με βάση την κεντρική γραμμή αριθμούμε τις στήλες και προς τις δύο πλευρές. Η πρώτη στήλη ακριβώς δεξιά και αριστερά της κεντρικής γραμμής ονομάζεται στήλη μετακίνησης (9α+α’). Σ’ αυτή σημειώνονται οι μετακινήσεις όλου του σώματος προς τα εμπρός, με βήματα, πηδήματα και στροφές. Η δεύτερη στήλη ονομάζεται στήλη των κινήσεων των κάτω άκρων (9γ+γ’). Σ’ αυτή γράφονται οι κινήσεις κάθε σκέλους που δεν φέρει το σωματικό βάρος. Η τρίτη στήλη (δεξιά και αριστερά έξω του κινησιογράμματος) χρησιμεύει στη σημείωση των κινήσεων του δεξιού και αριστερού μισού του άνω σώματος (9.1+1’). Στις τρεις επόμενες στήλες γράφονται οι κινήσεις των άνω άκρων (9.2+2’, 9.3+3’ και 9.4+4’), ενώ στην έκτη στήλη, και πάντα στη δεξιά πλευρά του κινησιόγραμματος, γράφονται οι κινήσεις της κεφαλής (9.5) .

 

γ) Τα σημεία κατεύθυνσης (φορά)

Σ’ ένα κινησιόγραμμα, τα σημεία κατεύθυνσης είναι τα κυριότερα σημεία, αφού α) το σχήμα τους και το ιδιαίτερο χρώμα τους αποτυπώνουν την κατεύθυνση της κίνησης, β) η θέση τους μέσα στο κινησιόγραμμα με κατεύθυνση πάντα από κάτω προς τα πάνω (ή το ένα δίπλα στο άλλο) αποτυπώνει το χρόνο που γίνεται η κίνηση, γ) το μέγεθός τους αποτυπώνει τη διάρκεια της κίνησης, και τέλος δ) η τοποθέτησή τους σε μια από τις στήλες του, αποτυπώνει ποιό μέλος του σώματος συμμετέχει στην κίνηση.

Τα σημεία κατεύθυνσης είναι στυλιζαρισμένα βέλη κατεύθυνσης τα οποία δηλώνουν  κατευθύνσεις εμπρός (11), πίσω (12), πλάι-δεξιά (13), πλάι-αριστερά (14), όπως και τις 4 διαγώνιες κατευθύνσεις διαγώνια-εμπρός-αριστερά, διαγώνια-πίσω-αριστερά, διαγώνια-εμπρός-δεξιά, διαγώνια-πίσω-αριστερά (15). Το απλό ορθογώνιο δε απεικονίζει προς καμιά κατεύθυνση. Είναι το σημείο ‘θέσης’ η σημασία του οποίου θα συζητηθεί αργότερα (16). Τα τέσσερα σημεία που απεικονίζονται με τη μορφή δεικτών υποδηλώνουν μετακίνηση προς τα εμπρός και πίσω με το αριστερό, εμπρός και πίσω με το δεξί (17). Συνεπώς, δημιουργείται μία ροζέτα με οκτώ κατευθύνσεις, με το σημείο θέσης ως ένατο σημείο στο κέντρο (23).

Τα μέχρι τώρα σημεία που συζητήσαμε περιγράφουν κατευθύνσεις οι οποίες βρίσκονται σε ένα επίπεδο, το οριζόντιο επίπεδο.  Οι κινήσεις όμως, είναι πλαστικές και δεν διαδραματίζονται σ’ ένα μόνο επίπεδο, αλλά στο χώρο των τριών διαστάσεων. Για τη σημείωση τους χρειαζόμαστε ακόμα έναν καθορισμό για τη διάσταση ύψους-βάθους. Ο καθορισμός της θέσης του διαφορετικού επιπέδου εκφράζεται με τη σκίαση των σημείων κατεύθυνσης. Η κατεύθυνση ύψος (οριζόντια προς τα πάνω) εκφράζεται γράφοντας παράλληλες γραμμές μέσα στο σημείο (18), η θέση του μέσου επιπέδου με το απλό σημείο κατεύθυνσης με μια τελεία στο κέντρο (19) και η κατεύθυνση του βάθους (κάθετο προς τα κάτω τείνουσα κατεύθυνση), με μαυρισμένο το σημείο (20). Ο καθορισμός της τρίτης διάστασης (ύψος-βάθος) μπορεί πλέον να εκφραστεί με κάθε σημείο κατεύθυνσης. Έτσι, για παράδειγμα, το (21) εκφράζει την κατεύθυνση εμπρός χαμηλά και την κατεύθυνση πλάι δεξιά χαμηλά, και το (22) εκφράζει την κατεύθυνση κίνηση διαγώνια εμπρός ψηλά και την αντίστοιχη κατεύθυνση εμπρός ψηλά. Στο σχήμα (23) εμφανίζονται εννέα σημεία κατεύθυνσης στο οριζόντιο επίπεδο προστίθενται ακόμη εννέα σημεία κατεύθυνσης για τις διάφορες κατευθύνσεις προς τα πάνω (24) και άλλα εννέα σημεία για τις ανάλογες κατευθύνσεις προς τα κάτω (25). Η κινησιογραφία ξεχωρίζει 27 διαφορετικές κατευθύνσεις.

Οι κατευθύνσεις ψηλά και χαμηλά αναφέρονται πάντα στον άξονα της γης. Ψηλά απεικονίζει πάντα προς τον ουρανό και χαμηλά πάντα κάτω προς το έδαφος. Όλες οι υπόλοιπες κατευθύνσεις αντιθέτως αναφέρονται βασικά στο μέτωπο του κινουμένου προσώπου. Αυτό απεικονίζει ότι, στη φυσική ορθή στάση του σώματος, κατευθύνεται το στήθος προς τα εμπρός, η πλάτη προς τα πίσω, η δεξιά πλευρά του σώματος προς τα δεξιά και η αριστερά προς τ’ αριστερά.

 

δ) Τα βήματα

Στις στήλες αμέσως δεξιά και αριστερά της κεντρικής γραμμής γράφονται οι κινήσεις όλου του σώματος, δηλαδή η προς τα εμπρός κίνηση του σώματος στον χώρο με βήματα, πηδήματα και στροφές. Η προώθηση του σώματος συνδέεται με μια μετάθεση του σωματικού βάρους από το ένα μέρος του σώματος στο άλλο. Στο βηματισμό, το βάρος μετατοπίζεται από το ένα πόδι στο άλλο. Γι αυτό τις δύο στήλες δίπλα στην κεντρική τις ονομάζουμε και στήλες μετατόπισης. Ένα σημείο κατεύθυνσης σε μια από τις στήλες μετατόπισης απεικονίζει ένα βήμα. Με τη μορφή του απεικονίζει προς τα πού πρέπει να μεταφερθεί το σώμα από τη μέχρι τότε στάση. Η ακολουθία των βημάτων προς τα εμπρός στο παράδειγμα (26) είναι: Δ πόδι, Α πόδι και Δ πόδι, γιατί διαβάζουμε από τα κάτω προς τα πάνω, και γιατί το πρώτο γραπτό σημείο βρίσκεται δεξιά της κεντρικής γραμμής. Έτσι, το (α) απεικονίζει βήματα στο μεσαίο επίπεδο (με όλο το πέλμα), το (β) στο ψηλό επίπεδο (στις μύτες), και στο (γ) στο χαμηλό επίπεδο (με λυγισμένα τα γόνατα).

Το βασικό ερώτημα στις μετατοπίσεις αφορά το μέρος που στεκόμαστε, τη «θέση», το σημείο δηλαδή, πάνω από το οποίο βρίσκεται το κέντρο βάρους του σώματος. Από το σημείο αυτό κρίνεται η κατεύθυνση του επόμενου βήματος. Μετά από μια μετατόπιση σε ένα πόδι, βρίσκεται αυτό σε θέση γιατί μόνο αυτό φέρει το βάρος του σώματος. Συνεπώς, όταν στέκεται κανείς στο ένα πόδι, πάντα μετατόπιση στη θέση για το μέχρι τότε ελεύθερο πόδι, απεικονίζει η τοποθέτηση του δίπλα στο άλλο.

Με τη σκέψη αυτή ερχόμαστε στα επόμενα παραδείγματα και στον τρόπο γραφής του βήματος. Το παράδειγμα (27) απεικονίζει την έννοια θέση: (α) τα πόδια παράλληλα με τα γόνατα λυγισμένα (χαμηλό επίπεδο), (β) τα πόδια παράλληλα (μέσο επίπεδο). Το παράδειγμα (28) απεικονίζει την έννοια βήματα: (α) τέσσερα βήματα προς τα εμπρός σε τέσσερις χρόνους. Αρχίζει το Α[1] πόδι, συνεχίζει το Δ, στη συνέχεια, το Α, και τελειώνει το Δ, (β) κατά την εκτέλεση σε τρεις χρόνους το πρώτο βήμα γίνεται πιο αργά, ώστε χρειάζεται δύο χρόνους, και για το δεύτερο βήμα απαιτείται ένας χρόνος, (γ) βήμα με το Δ σε κατεύθυνση πλάι δεξιά, το Α έρχεται δίπλα του και συγχρόνως το Δ ελευθερώνεται και ετοιμάζεται να εκτελέσει βήμα προς το πλάι δεξιά με το Δ, και (δ) με το Δ βήμα προς τα εμπρός, το Α έρχεται και κλείνει δίπλα στο Δ, συγχρόνως το Δ ελευθερώνεται. Στο (α) τα βήματα γίνονται σε τέσσερις χρόνους, στα (β) και (γ) σε τρεις χρόνους, ενώ στο (δ) σε δύο χρόνους.

 

ε) Οι κινήσεις άνω και κάτω άκρων

Οι κινήσεις των κάτω άκρων, δηλαδή των ελεύθερων σκελών, γράφονται στη δεύτερη στήλη () και (’). Αντίστοιχα, οι κινήσεις των χεριών γράφονται έξω από το κινησιόγραμμα: στη δεξιά πλευρά γράφονται οι κινήσεις του Δ και στην αριστερή πλευρά, οι κινήσεις του Α (9.2+2’) και (9.3+3’), στις περιπτώσεις όπου το χέρι δεν κινείται ως ένα σώμα αλλά σε περισσότερες δηλαδή, βραχίονας, κάτω χέρι, χέρι, κ.λπ. (9.4+4’).

Η κατεύθυνση της κίνησης ενός σκέλους κρίνεται με σημείο αναφοράς την κλείδωση του γοφού. Έτσι, δημιουργείται και η θέση ύψους της κίνησης που εκτελεί το σκέλος. Για παράδειγμα τα πόδια κινούνται: α) στο μεσαίο επίπεδο (29) (εμπρός, πίσω, πλάι δεξιά, πλάι αριστερά) στο ύψος των γοφών, β) στο ψηλό επίπεδο (30) (εμπρός, πίσω, πλάι δεξιά, πλάι αριστερά), με κλίση (450) πάνω από τους γοφούς, και στο γ) χαμηλό επίπεδο (31), (εμπρός, πίσω, πλάι δεξιά, πλάι αριστερά), με κλίση (450)  κάτω από το ύψος των γοφών. Αντίστοιχα, η κατεύθυνση της κίνησης των χεριών κρίνεται με σημείο αναφοράς την κλείδωση του ώμου. Έτσι δημιουργείται και η θέση ύφους των κινήσεων τους. Για παράδειγμα τα χέρια κινούνται: α) στο μέσο επίπεδο (29), στο ύψος των ώμων, β) στο ψηλό επίπεδο (30), με κλίση (450) πάνω από τους ώμους, και γ) στο χαμηλό επίπεδο (31), με κλίση (450) κάτω από τους ώμους. Η ‘θέση’ ψηλά για τις κινήσεις των χεριών απεικονίζει πάνω από τον ώμο, και χαμηλά, κάτω από το σημείο του γοφού (32). Η ‘θέση’ ψηλά για τις κινήσεις των ποδιών απεικονίζει πάνω από το γοφό, και χαμηλά, κάτω από το γοφό (32).

Το παράδειγμα (33) δηλώνει: (α) η φτέρνα του σταθερού σκέλους στις μύτες και το ελεύθερο Δ σκέλος οριζοντίως μπροστά, το Δ χέρι οριζόντια εμπρός, το (β) το Α πόδι πατάει με όλο το πέλμα (μέσο επίπεδο), και το ελεύθερο Δ σκέλος εμπρός χαμηλά, αντίστοιχα το Δ χέρι είναι στην κατεύθυνση πίσω χαμηλά, ενώ το Α χέρι πλάι αριστερά χαμηλά, το (γ) το Α πόδι πατάει σε όλο το πόδι με λυγισμένο το γόνατο και το ελεύθερο Δ σκέλος είναι σηκωμένο εμπρός-ψηλά, με το πέλμα περίπου στο ύψος του στήθους, αντίστοιχα το Δ χέρι έχει κατεύθυνση εμπρός ψηλά, ενώ το Α χέρι κάτω, το (δ) το Δ πόδι στις μύτες και το ελεύθερο Δ σκέλος κρέμεται προς τα εμπρός χαμηλά (κάτω από την άρθρωση των γοφών), αντίστοιχα και το Δ χέρι είναι στην κατεύθυνση εμπρός χαμηλά, ενώ το Α χέρι ψηλά.

Το (34) απεικονίζει την κλίμακα των σημείων συστολής, τα οποία όταν βρίσκονται σε μία από τις στήλες κίνησης (9γ+γ’) ή (9.3+3’) δηλώνουν το κατά πόσον θα λυγίσει το μέλος του σώματος. Αντίστοιχα, σε μια από τις στήλες μετακίνησης (9α+α’) απεικονίζει ότι το βήμα και το πήδημα είναι μικρότερα από το κανονικό. Στο παράδειγμα (36): (α) το Δ πόδι που κρέμεται προς τα κάτω, ανεβαίνει τόσο, ώστε το πέλμα να φτάσει στη μέση της γάμπας του σταθερού ποδιού (η γωνία στο γόνατο είναι 60 0), το Δ χέρι που κρέμεται προς τα κάτω βρίσκεται λυγισμένο στον τέταρτο βαθμό συστολής (η γωνία στον αγκώνα είναι 60 0), στο β) (β) το Δ σκέλος φτάνει τόσο ψηλά, ώστε το πέλμα να βρεθεί στη μέση του μηρού του σταθερού ποδιού (η γωνία στο γόνατο είναι 300), το Δ χέρι που κρέμεται προς τα κάτω βρίσκεται λυγισμένο στον τέταρτο βαθμό συστολής (η γωνία στον αγκώνα είναι 300), στο (γ) το Δ σκέλος κατευθύνεται προς εμπρός-χαμηλά αρκετά λυγισμένο γόνατο, το Δ χέρι είναι λυγισμένο στο πέμπτο βαθμό συστολής, η γωνία στον αγκώνα είναι 300. Η έκτη βαθμίδα στενότητας απεικονίζει ότι το σκέλος θα τραβηχτεί τόσο ψηλά, ώστε το πόδι να αγγίξει την έδρα. Η στάση αυτή πρέπει όμως να γίνεται μόνο με αναπήδηση.

Το (35) αντίστοιχα απεικονίζει την κλίμακα των σημείων έκτασης. Στη στήλη κίνησης απεικονίζει κατά πόσον θα λυγίσει το μέλος του σώματος. Αντίστοιχα, σε μια από τις στήλες μετακίνησης (9α+α’) απεικονίζει ότι το βήμα και το πήδημα είναι μεγαλύτερα από το κανονικό. Στο παράδειγμα (37): το (α) απεικονίζει τα πόδια στην τέταρτη θέση με το Α πόδι λυγισμένο και τοποθετημένο εμπρός, και το Δ πόδι πίσω τεντωμένο. Η απόσταση μεταξύ των δύο ποδιών είναι μεγαλύτερη από την κανονική, το (β) στο πρώτο μέτρο, απεικονίζει βήμα εκτεταμένο με το αριστερό πόδι προς τα εμπρός, βήμα πλάι δεξιά με το Δ, το οποίο στη συνέχεια, διατηρεί το βάρος και έρχεται και το Α δίπλα του, και στο δεύτερο μέτρο, το Δ πόδι βήμα εκτεταμένο προς τα πίσω, βήμα πλάι αριστερά με το Α πόδι, το οποίο και διατηρεί το βάρος, στη συνέχεια, το Δ έρχεται δίπλα στο Α και τα δυο μαζί είναι παράλληλα.

 

στ) Πηδήματα

Το κενό το οποίο εμφανίζεται συγχρόνως και στις δύο στήλες μετατόπισης, απεικονίζει  πήδημα. Η κινησιογραφία αναγνωρίζει πέντε ειδών πηδήματα. Το (38) απεικονίζει ένα πήδημα από τα δύο πόδια στα δύο, το (39) απεικονίζει ένα πήδημα από τα δύο πόδια στο ένα, το (40) απεικονίζει ένα πήδημα από το ένα πόδι στα δύο, το (41) ένα πήδημα από το ένα πόδι στο άλλο, και τέλος το (42) μία αναπήδηση από το ένα πόδι στο ίδιο πόδι. Το (43) δηλώνει μια αλληλουχία πηδημάτων, από την πρώτη «θέση», στη δεύτερη και στη συνέχεια, στην τέταρτη θέση (το ένα Δ πίσω και το Α μπροστά). Στο (44α) οι κινήσεις των ποδιών δηλώνουν πήδημα στον αέρα με την προϋπόθεση ότι τα πόδια θα ανοίξουν στο πλάι χαμηλά. Το Δ προς το πλάι-δεξιά-χαμηλά και το Α προς το πλάι-αριστερά-χαμηλά. Στο (44β), η γραμμή ενέργειας που αντικαθιστά τα σημεία κατεύθυνσης αφ ενός δηλώνει ότι στη διάρκεια του πηδήματος τα πόδια δεν έχουν συγκεκριμένο ρόλο, αρκεί να μην ακουμπούν στο πάτωμα (β), και αφ ετέρου ακυρώνει την ένδειξη της παύσης (γ).

 

 

ζ) Οι θέσεις (position) των ποδιών

Τα σημεία των θέσεων εκφράζουν τη θέση ενός ποδιού ως προς το άλλο πόδι ή στην περίπτωση μιας κίνησης του ποδιού, τη θέση του ποδιού ως προς το σταθερό σκέλος. Τα σημεία αυτά δηλώνονται με το σχήμα βελόνας, η μύτη των οποίων απεικονίζουν την επιθυμητή κατεύθυνση (45).

Πριν προχωρήσουμε στις ειδικές περιπτώσεις, ας δούμε πρώτα τις τρεις θέσεις του μπαλέτου, την πρώτη, την πέμπτη και την τρίτη. Σε όλα τα παραδείγματα τα πόδια είναι παράλληλα, το ένα κοντά στο άλλο. Στην πρώτη «θέση» (46) τα πόδια βρίσκονται δίπλα-δίπλα, το δεξί πόδι δεξιά από το αριστερό και αντιστρόφως. Επειδή αυτή είναι η θέση των ποδιών που αντιστοιχεί στη στάση του σώματος δεν χρειαζόμαστε για την πρώτη «θέση» ιδιαίτερο σημεία. Στην πέμπτη «θέση» (47) βρίσκεται το Δ πόδι μπροστά από το Α. Αυτή η στάση εκφράζεται επιπροσθέτως και από τα σημεία μπρος και πίσω. Ενώ στην πρώτη «θέση» τα πόδια βρίσκονται παράλληλα, στην πέμπτη βρίσκονται στην γραμμή εμπρός-πίσω. Στην τρίτη «θέση» τα πόδια βρίσκονται σε μια διαγώνιο˙ στο (48), το Δ που βρίσκεται στη δεξιά-εμπρός θέση, είναι δεξιά μπροστά από το Α, και το Α αριστερά πίσω από το Δ. Αναλόγως προστίθενται και οι βελόνες δεξιά-εμπρός και αριστερά-εμπρός. Το (49) απεικονίζει και πάλι την τρίτη «θέση» αλλά τη φορά αυτή, το Α είναι διαγώνια εμπρός του Δ. Τα σημεία θέσης που βρίσκονται δίπλα στα σημεία κατεύθυνσης δεν απεικονίζουν τη στροφή των σκελών, ούτε δίνουν την παραμικρή ένδειξη για το αν τα σκέλη θα γυρίσουν προς τα μέσα ή έξω, ή για το αν τα σκέλη βρίσκονται στη φυσική στάση, δηλαδή παράλληλα. Το παράδειγμα (50) απεικονίζει βήματα προς το πλάι αριστερά. Αρχίζουμε με το Α πόδι, το Δ σταυρώνει πάνω από το Α, το Α και πάλι βήμα προς τ’ αριστερά και το Δ σταυρώνει από πίσω και εκτελεί το βήμα προς το πλάι αριστερά. Τα παραδείγματα (51) και (52) απεικονίζουν τη θέση του ποδιού που κινείται σε συνάρτηση με το σταθερό. Στο (51) το Δ πόδι βρίσκεται μπροστά από τον Α αστράγαλο και στο (52) το πόδι βρίσκεται λοξά μπροστά από το κάτω μέρος της κνήμης.

 

η) Στροφές

Σύμφωνα με τον πρώτο κανόνα της κινησιογραφίας, και η στροφή εκφράζεται με τη μορφή του σημείου, το τι πρέπει να συμβεί. Υπάρχουν δύο δυνατότητες: η στροφή προς τα δεξιά (53) και η στροφή προς τ’ αριστερά (54). Το (55) απεικονίζει μια ουδέτερη στάση ούτε προς τα δεξιά, ούτε προς τ’ αριστερά. Αν υπάρχει σημείο στροφής στην πρώτη στήλη (αμέσως δεξιά ή αριστερά της κεντρικής γραμμής), τότε πρέπει να στραφεί ολόκληρο το σώμα. Κι εδώ υπάρχουν τρεις δυνατότητες: το (56) 삱딃뤃먃뼃봃꼃똃딃뤃 눀긃밃넃 쀀섃뼃숃 쐀넃 딀밃쀃섃찃숃 먀넃뤃 쌀쐃섃뼃옃긃 쀀갃봃줃 ഀ਀쌀쐃뼃 鄀 ⠀쌀쐃뜃봃 쀀섃뼃먃딃꼃밃딃봃뜃 쀀딃섃꼃쀃쐃줃쌃뜃 쐀뼃 쀀찃됃뤃 쀀넃쐃갃딃뤃 쌀쐃뤃숃 밀촃쐃딃숃⤃Ⰰ 쐀뼃 㰀戀㸀⠀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㔀㜀⸀䔀砀愀洀瀀氀攀猀开匀琀攀瀀─㈀ 吀甀爀渀─㈀ 刀椀最栀琀⸀䜀䤀䘀∀㸀㔀㜀㰀⼀愀㸀⤀㰀⼀戀㸀 밀꼃넃 ഀ਀쌀쐃섃뼃옃긃 쀀갃봃줃 쌀쐃뼃 鐀⸃ ꐀ뼃 㰀戀㸀⠀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㔀㠀⸀䔀砀愀洀瀀氀攀猀开吀甀爀渀─㈀ 刀椀最栀琀⸀䜀䤀䘀∀㸀㔀㠀㰀⼀愀㸀⤀㰀⼀戀㸀 ഀ਀넀쀃딃뤃먃뼃봃꼃똃딃뤃 밀꼃넃 쌀쐃섃뼃옃긃 쌀쐃뜃 렀괃쌃뜃 먀넃뤃 쌀쐃넃 됀촃뼃 쀀찃됃뤃넃⸃ ഀ਀騀넃뤃 쌀쐃뤃숃 쐀섃딃뤃숃 쀀딃섃뤃쀃쐃츃쌃딃뤃숃 쐀넃 쀀넃섃넃됃딃꼃댃밃넃쐃넃 밀넃숃 넀쀃딃뤃먃뼃봃꼃똃뼃씃봃 밀뤃넃 쌀쐃섃뼃옃긃 쀀섃뼃숃 쐀넃 ഀ਀됀딃븃뤃갃⸃ 㰀⼀瀀㸀ഀ਀㰀瀀 挀氀愀猀猀㴀∀䴀猀漀一漀爀洀愀氀∀ 猀琀礀氀攀㴀∀琀攀砀琀ⴀ愀氀椀最渀㨀 樀甀猀琀椀昀礀㬀 琀攀砀琀ⴀ椀渀搀攀渀琀㨀 ㄀㐀⸀㌀瀀琀㬀 氀椀渀攀ⴀ栀攀椀最栀琀㨀 ㄀㔀 ─∀㸀ഀ਀鼀 눀넃렃밃찃숃 쌀쐃섃뼃옃긃숃 딀먃옃섃갃똃딃쐃넃뤃 넀쀃찃 관봃넃 쌀뜃밃딃꼃뼃 렀괃쌃뜃 대섃넃밃밃괃봃뼃 밀괃쌃넃 쌀쐃뼃 쌀뜃밃딃꼃뼃 ഀ਀쌀쐃섃뼃옃긃숃⸃ ꐀ뼃 㰀戀㸀⠀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㔀㤀⸀吀甀爀渀猀─㈀ 愀渀搀─㈀ 倀椀渀─㈀ 匀椀最渀猀⸀䜀䤀䘀∀㸀㔀㤀㰀⼀愀㸀⤀㰀⼀戀㸀 ഀ਀넀쀃딃뤃먃뼃봃꼃똃딃뤃 됀뤃넃옃찃섃뼃씃숃 눀넃렃밃뼃촃숃 쌀쐃섃뼃옃긃숃 쌀딃 밀뤃넃 쌀쐃섃뼃옃긃 쀀섃뼃숃 쐀ᤃ†ഀ਀넀섃뤃쌃쐃딃섃갃 먀넃뤃 쐀뼃 㰀戀㸀⠀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㘀 ⸀吀甀爀渀猀─㈀ 愀渀搀─㈀ 倀椀渀─㈀ 匀椀最渀猀⸀䜀䤀䘀∀㸀㘀 㰀⼀愀㸀⤀㰀⼀戀㸀 쐀뼃씃숃 눀넃렃밃뼃촃숃 쌀쐃섃뼃옃긃숃 쀀섃뼃숃 쐀넃 됀딃븃뤃갃⸃ ꐀ뼃 쌀뜃밃딃꼃뼃 렀괃쌃뜃 ഀ਀밀괃쌃넃 쌀쐃뼃 쌀뜃밃딃꼃뼃 쌀쐃섃뼃옃긃숃 쀀넃섃뼃씃쌃뤃갃똃딃뤃 쐀뼃 먀넃뤃봃뼃촃섃댃뤃뼃 밀괃쐃줃쀃뼃 쌀딃 쌀윃괃쌃뜃 밀딃 쐀뼃 쀀넃묃뤃찃⸃ ഀ਀蠀봃넃 쌀뜃밃딃꼃뼃 렀괃쌃뜃Ⰳ 쀀뼃씃 넀쀃딃뤃먃뼃봃꼃똃딃뤃 쀀섃뼃숃 쐀ᤃ†넀섃뤃쌃쐃딃섃갃Ⰳ 넀쀃딃뤃먃뼃봃꼃똃딃뤃Ⰳ 쀀⸃윀⸃ 쀀츃숃 쐀뼃 밀괃쐃줃쀃뼃Ⰳ 쐀뼃 ഀ਀딀밃쀃섃찃숃 밀괃섃뼃숃 쐀뼃씃 쌀츃밃넃쐃뼃숃 됀뜃묃넃됃긃Ⰳ 쀀섃괃쀃딃뤃 봀넃 대씃섃꼃쌃딃뤃 쀀섃뼃숃 쐀넃 딀먃딃꼃Ⰳ 찀쀃뼃씃 ഀ਀쀀섃뼃뜃댃뼃씃밃괃봃줃숃 눀섃뤃쌃먃찃쐃넃봃 뜀 鄀 쀀묃딃씃섃갃 쐀뼃씃 쌀츃밃넃쐃뼃숃⸃ ꌀ딃 밀뤃넃 쌀쐃섃뼃옃긃 쀀섃뼃숃 쐀ᤃ†넀섃뤃쌃쐃딃섃갃 ഀ਀넀쀃딃뤃먃뼃봃꼃똃딃뤃 쌀쐃섃뼃옃긃 딀봃찃숃 쐀딃쐃갃섃쐃뼃씃 㰀戀㸀⠀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㘀㄀⸀吀甀爀渀猀─㈀ 愀渀搀─㈀ 倀椀渀─㈀ 匀椀最渀猀⸀䜀䤀䘀∀㸀㘀㄀넀㰃⼀愀㸀⤀㰀⼀戀㸀 먀넃뤃 쌀딃 밀뤃넃 쌀쐃섃뼃옃긃 쀀섃뼃숃 쐀넃 됀딃븃뤃갃 밀뤃넃 ഀ਀쌀쐃섃뼃옃긃 쐀섃뤃츃봃 쐀딃쐃갃섃쐃줃봃 㰀戀㸀⠀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㘀㄀⸀吀甀爀渀猀─㈀ 愀渀搀─㈀ 倀椀渀─㈀ 匀椀最渀猀⸀䜀䤀䘀∀㸀㘀㄀눀㰃⼀愀㸀⤀㰀⼀戀㸀⸀ 蠀봃넃 쌀뜃밃딃꼃뼃 렀괃쌃뜃 쀀뼃씃 ഀ਀넀쀃딃뤃먃뼃봃꼃똃딃뤃 쀀섃뼃숃 쐀넃 쀀꼃쌃줃 ഀ਀넀쀃딃뤃먃뼃봃꼃똃딃뤃 밀뤃쌃긃 쌀쐃섃뼃옃긃 㰀戀㸀⠀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㘀㈀⸀吀甀爀渀猀─㈀ 愀渀搀─㈀ 倀椀渀─㈀ 匀椀最渀猀⸀䜀䤀䘀∀㸀㘀㈀넀㰃⼀愀㸀⤀㰀⼀戀㸀 먀넃뤃 관봃넃 쌀뜃밃딃꼃뼃 렀괃쌃뜃 쀀섃뼃숃 쐀넃 딀밃쀃섃찃숃 밀뤃넃 ഀ਀뼀묃찃먃묃뜃섃뜃 쌀쐃섃뼃옃긃 㰀戀㸀⠀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㘀㈀⸀吀甀爀渀猀─㈀ 愀渀搀─㈀ 倀椀渀─㈀ 匀椀最渀猀⸀䜀䤀䘀∀㸀㘀㈀눀㰃⼀愀㸀⤀㰀⼀戀㸀⸀ 㰀⼀瀀㸀ഀ਀㰀瀀 挀氀愀猀猀㴀∀䴀猀漀一漀爀洀愀氀∀ 猀琀礀氀攀㴀∀琀攀砀琀ⴀ愀氀椀最渀㨀 樀甀猀琀椀昀礀㬀 琀攀砀琀ⴀ椀渀搀攀渀琀㨀 ㄀㐀⸀㌀瀀琀㬀 氀椀渀攀ⴀ栀攀椀最栀琀㨀 ㄀㔀 ─∀㸀ഀ਀ꐀ뼃 쌀뜃밃딃꼃뼃 쐀뼃씃 밀딃쐃츃쀃뼃씃 넀쀃뼃쐃딃묃딃꼃쐃넃뤃 넀쀃찃 관봃넃 밀뤃먃섃찃 쐀딃쐃섃갃댃줃봃뼃 밀괃쌃넃 쌀쐃뼃 뼀쀃뼃꼃뼃 ഀ਀눀섃꼃쌃먃딃쐃넃뤃 관봃넃 딀쀃꼃쀃딃됃뼃 쌀뜃밃딃꼃뼃 렀괃쌃뜃Ⰳ 쐀뼃 뼀쀃뼃꼃뼃 븀딃윃줃섃꼃똃딃뤃 넀쀃찃 쐀넃 쌀뜃밃딃꼃넃ⴃ눀딃묃찃봃딃숃 밀딃 ഀ਀쐀뼃 밀넃촃섃뼃 먀딃옃갃묃뤃 쀀뼃씃 글됃뜃 대봃줃섃꼃쌃넃밃딃⸃ 鄀씃쐃갃 관윃뼃씃봃 관봃넃 딀쀃꼃쀃딃됃뼃 먀딃옃갃묃뤃⸃ ꐀ뼃 쌀뜃밃딃꼃뼃 ഀ਀쌀쐃섃뼃옃긃숃 밀딃 쐀뜃 눀딃묃찃봃넃 됀뜃묃츃봃딃뤃 쀀섃뼃숃 쀀뼃뤃넃 쀀묃딃씃섃갃 글 대줃봃꼃넃 쐀뼃씃 윀츃섃뼃씃 관쌃쐃섃딃젃딃 뼀 ഀ਀윀뼃섃딃씃쐃긃숃 쐀뼃 밀괃쐃줃쀃찃 쐀뼃씃Ⰳ 됀뜃묃넃됃긃Ⰳ 쐀뼃 딀밃쀃섃찃숃 밀괃섃뼃숃 쐀뼃씃 쌀츃밃넃쐃뼃숃 㰀戀㸀⠀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㘀㌀⸀匀瀀愀挀攀开䘀愀挀攀⸀䜀䤀䘀∀㸀㘀㌀㰀⼀愀㸀⤀㰀⼀戀㸀⸀ ꌀ쐃뼃 㰀戀㸀ഀ਀⠀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㘀㌀⸀匀瀀愀挀攀开䘀愀挀攀⸀䜀䤀䘀∀㸀넀㰃⼀愀㸀㰀⼀戀㸀⤀ 됀뜃묃츃봃딃뤃 쐀뼃 밀괃쐃줃쀃뼃 쀀섃뼃숃 쐀넃 딀밃쀃섃찃숃Ⰳ 쐀뼃 㰀戀㸀ഀ਀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㘀㌀⸀匀瀀愀挀攀开䘀愀挀攀⸀䜀䤀䘀∀㸀눀㰃⼀愀㸀㰀⼀戀㸀 쀀섃뼃숃 쐀뜃 됀딃븃뤃갃 밀쀃섃뼃쌃쐃뤃봃긃 ഀ਀대줃봃꼃넃Ⰳ 쐀뼃 㰀戀㸀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㘀㌀⸀匀瀀愀挀攀开䘀愀挀攀⸀䜀䤀䘀∀㸀대㰃⼀愀㸀㰀⼀戀㸀 쀀섃뼃숃 쐀뜃 됀딃븃뤃갃 쀀묃딃씃섃갃 쐀뼃씃 윀츃섃뼃씃Ⰳ 쐀뼃 㰀戀㸀ഀ਀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㘀㌀⸀匀瀀愀挀攀开䘀愀挀攀⸀䜀䤀䘀∀㸀됀㰃⼀愀㸀㰀⼀戀㸀 쀀섃뼃숃 쐀뜃 됀딃븃뤃갃 ഀ਀쀀꼃쌃줃 대줃봃꼃넃 먀넃뤃 쐀뼃 㰀戀㸀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㘀㌀⸀匀瀀愀挀攀开䘀愀挀攀⸀䜀䤀䘀∀㸀딀㰃⼀愀㸀㰀⼀戀㸀 쀀섃뼃숃 쐀뼃 눀갃렃뼃숃 먀⸃묀쀃⸃ 蠀봃넃 쌀뜃밃딃꼃뼃 밀딃쐃츃쀃뼃씃 밀쀃뼃섃딃꼃 봀넃 ഀ਀대섃넃옃쐃딃꼃 먀넃뤃 먀갃쐃줃 넀쀃찃 쐀뼃 먀뤃봃뜃쌃뤃찃댃섃넃밃밃넃 대뤃넃 봀넃 됀츃쌃딃뤃 쐀뼃 넀섃윃뤃먃찃 밀괃쐃줃쀃뼃⸃ 鰀딃쐃갃 넀쀃찃 ഀ਀먀갃렃딃 넀묃묃넃댃긃 밀딃쐃츃쀃뼃씃 ⠀쌀쐃섃뼃옃긃 글 먀씃먃묃뤃먃긃 먀꼃봃뜃쌃뜃⤃ 대섃갃옃딃쐃넃뤃 됀딃븃뤃갃 넀쀃찃 쐀뼃 ഀ਀먀뤃봃뜃쌃뤃찃댃섃넃밃밃넃 관봃넃 쌀뜃밃딃꼃뼃 밀딃쐃츃쀃뼃씃 대뤃넃 봀넃 됀뜃묃츃쌃딃뤃 쐀뼃 먀넃뤃봃뼃촃섃댃뤃뼃 밀괃쐃줃쀃뼃⸃ 鄀씃쐃찃 ഀ਀쀀섃뼃먃촃쀃쐃딃뤃 넀쀃찃 쐀뼃 쀀넃묃뤃찃 밀괃쐃줃쀃뼃 쌀딃 쌀씃봃됃씃넃쌃밃찃 밀딃 쐀뜃 쌀쐃섃뼃옃긃⸃ ꐀ뼃 쌀뜃밃딃꼃뼃 밀딃쐃츃쀃뼃씃 됀딃봃 ഀ਀딀꼃봃넃뤃 관봃넃 쌀뜃밃딃꼃뼃 먀꼃봃뜃쌃뜃숃Ⰳ 넀묃묃갃 밀뤃넃 딀쀃꼃 쀀묃괃뼃봃 됀뤃넃쀃꼃쌃쐃줃쌃뜃 쀀뼃씃 먀갃봃딃뤃 쀀뤃뼃 쌀넃옃긃 쐀뜃 ഀ਀쌀씃봃뼃쀃쐃뤃먃긃 쀀넃섃갃쌃쐃넃쌃뜃⸃ ꌀ쐃뼃 㰀戀㸀⠀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㘀㐀⸀䔀砀愀洀瀀氀攀开刀攀氀愀琀椀漀渀猀栀椀瀀猀─㈀ 瀀愀琀栀⸀䜀䤀䘀∀㸀㘀㐀㰀⼀愀㸀⤀㰀⼀戀㸀 뼀 윀뼃섃딃씃쐃긃숃 넀섃윃꼃똃딃뤃 밀딃 밀괃쐃줃쀃뼃 쀀섃뼃숃 쐀뜃 ഀ਀밀쀃섃뼃쌃쐃뤃봃긃 됀딃븃뤃갃 대줃봃꼃넃 쐀뼃씃 윀츃섃뼃씃☃⌀㜀㈀㤀㬀 밀딃쐃갃 쐀뜃봃 쀀섃츃쐃뜃 쌀쐃섃뼃옃긃 딀봃찃숃 쐀딃쐃갃섃쐃뼃씃 쀀섃뼃숃 쐀넃 ഀ਀됀딃븃뤃갃 관윃딃뤃 대씃섃꼃쌃딃뤃 쐀뼃 밀괃쐃줃쀃뼃 쀀섃뼃숃 쐀뜃 됀딃븃뤃갃 쀀꼃쌃줃 대줃봃꼃넃Ⰳ 먀넃뤃 밀딃쐃갃 쐀뜃 됀딃촃쐃딃섃뜃 ഀ਀쌀쐃섃뼃옃긃 딀봃찃숃 쐀딃쐃갃섃쐃뼃씃 쀀섃뼃숃 쐀넃 됀딃븃뤃갃 쐀뼃 밀괃쐃줃쀃뼃 관윃딃뤃 대씃섃꼃쌃딃뤃 쀀섃뼃숃 쐀뜃봃 쀀꼃쌃줃 넀섃뤃쌃쐃딃섃긃 ഀ਀대줃봃꼃넃⸃ 鰀딃쐃갃 쐀뜃봃 쐀섃꼃쐃뜃 쌀쐃섃뼃옃긃 ⠀㌀⼀㠀 쀀섃뼃숃 쐀ᤃ†넀섃뤃쌃쐃딃섃갃⤃Ⰰ 눀섃꼃쌃먃딃쐃넃뤃 먀넃봃딃꼃숃 넀쀃괃봃넃봃쐃뤃 ഀ਀쌀쐃뜃 됀딃븃뤃갃 쀀묃딃씃섃갃 쐀뼃씃 됀줃밃넃쐃꼃뼃씃 먀넃뤃 밀딃쐃갃 쐀뜃봃 쐀괃쐃넃섃쐃뜃 ⠀가묃묃넃 ㌀⼀㠀 쀀섃뼃숃 쐀ᤃ†넀섃뤃쌃쐃딃섃갃⤃ ഀ਀눀섃꼃쌃먃딃쐃넃뤃 먀넃봃딃꼃숃 넀쀃괃봃넃봃쐃뤃 넀쀃찃 쐀뜃봃 넀섃뤃쌃쐃딃섃긃 밀쀃섃뼃쌃쐃뤃봃긃 대줃봃꼃넃⸃☀渀戀猀瀀㬀 㰀⼀瀀㸀ഀ਀㰀瀀 挀氀愀猀猀㴀∀䴀猀漀一漀爀洀愀氀∀ 猀琀礀氀攀㴀∀琀攀砀琀ⴀ愀氀椀最渀㨀 樀甀猀琀椀昀礀㬀 琀攀砀琀ⴀ椀渀搀攀渀琀㨀 ㄀㐀⸀㌀瀀琀㬀 氀椀渀攀ⴀ栀攀椀最栀琀㨀 ㄀㔀 ─∀㸀ഀ਀☀渀戀猀瀀㬀㰀⼀瀀㸀ഀ਀㰀瀀 挀氀愀猀猀㴀∀䴀猀漀一漀爀洀愀氀∀ 猀琀礀氀攀㴀∀琀攀砀琀ⴀ愀氀椀最渀㨀 樀甀猀琀椀昀礀㬀 氀椀渀攀ⴀ栀攀椀最栀琀㨀 ㄀㔀 ─∀㸀㰀戀㸀렀⤃ ഀ਀騀씃먃묃뤃먃긃 먀꼃봃뜃쌃뜃 ⴀ 騀뤃봃긃쌃딃뤃숃 쌀딃 딀씃렃딃꼃넃 대섃넃밃밃긃㰃⼀戀㸀㰀⼀瀀㸀ഀ਀㰀瀀 挀氀愀猀猀㴀∀䴀猀漀一漀爀洀愀氀∀ 猀琀礀氀攀㴀∀琀攀砀琀ⴀ愀氀椀最渀㨀 樀甀猀琀椀昀礀㬀 氀椀渀攀ⴀ栀攀椀最栀琀㨀 ㄀㔀 ─∀㸀需 먀씃먃묃뤃먃긃 ഀ਀먀꼃봃뜃쌃뜃 딀꼃봃넃뤃 밀꼃넃 쌀씃댃윃츃봃딃씃쌃뜃 쐀뜃숃 쀀섃뼃숃 쐀넃 딀밃쀃섃찃숃 먀꼃봃뜃쌃뜃숃 먀넃뤃 쐀뜃숃 쌀쐃섃뼃옃긃숃⸃ 需 쀀섃뼃숃 ഀ਀쐀넃 딀밃쀃섃찃숃 먀꼃봃뜃쌃뜃 딀먃옃섃갃똃딃쐃넃뤃 준숃 쌀씃봃긃렃줃숃 밀딃 쌀뜃밃딃꼃넃 먀넃쐃딃촃렃씃봃쌃뜃숃 쌀쐃뜃봃 쀀섃츃쐃뜃 쌀쐃긃묃뜃 ഀ਀먀넃뤃 뜀 넀봃갃묃뼃댃뜃 쌀쐃섃뼃옃긃 밀딃 쐀뼃 쌀뜃밃딃꼃뼃 쐀뜃숃 먀씃먃묃뤃먃긃숃 먀꼃봃뜃쌃뜃숃Ⰳ 쐀뼃 뼀쀃뼃꼃뼃 쀀섃뼃괃섃윃딃쐃넃뤃 넀쀃찃 ഀ਀쐀뼃 쌀뜃밃딃꼃뼃 쌀쐃섃뼃옃긃숃⸃ ꐀ뼃 㰀戀㸀⠀㘀㔀⤀㰀⼀戀㸀 넀쀃딃뤃먃뼃봃꼃똃딃뤃㨃 㰀戀㸀⠀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㘀㔀愀⸀倀愀琀栀─㈀ 匀椀最渀开䌀椀爀挀甀氀愀爀─㈀ 爀椀最栀琀⸀䜀䤀䘀∀㸀넀㰃⼀愀㸀⤀㰀⼀戀㸀 밀꼃넃 먀씃먃묃뤃먃긃 쀀뼃섃딃꼃넃 쀀섃뼃숃 쐀넃 ഀ਀됀딃븃뤃갃Ⰳ 㰀戀㸀⠀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㘀㔀戀⸀倀愀琀栀─㈀ 匀椀最渀开䌀椀爀挀甀氀愀爀─㈀ 氀攀昀琀⸀䜀䤀䘀∀㸀눀㰃⼀愀㸀⤀㰀⼀戀㸀 먀넃뤃 쀀섃뼃숃 쐀ᤃ†넀섃뤃쌃쐃딃섃갃⸃ ꐀ넃 쌀뜃밃딃꼃넃 쐀뜃숃 먀씃먃묃뤃먃긃숃 먀꼃봃뜃쌃뜃숃 대섃갃옃뼃봃쐃넃뤃 ഀ਀쌀쐃뼃 넀섃뤃쌃쐃딃섃찃 밀괃섃뼃숃 관븃줃 넀쀃찃 쐀뼃 먀뤃봃뜃쌃뤃찃댃섃넃밃밃넃⸃㰀⼀瀀㸀ഀ਀㰀瀀 挀氀愀猀猀㴀∀䴀猀漀一漀爀洀愀氀∀ 猀琀礀氀攀㴀∀琀攀砀琀ⴀ愀氀椀最渀㨀 樀甀猀琀椀昀礀㬀 琀攀砀琀ⴀ椀渀搀攀渀琀㨀 ㄀㐀⸀㌀瀀琀㬀 氀椀渀攀ⴀ栀攀椀最栀琀㨀 ㄀㔀 ─∀㸀ഀ਀销먃쐃찃숃 넀쀃ᤃ†쐀넃 쌀뜃밃딃꼃넃 먀씃먃묃뤃먃긃숃 먀꼃봃뜃쌃뜃숃 윀섃뜃쌃뤃밃뼃쀃뼃뤃딃꼃쐃넃뤃 먀넃뤃 쐀뼃 뼀씃됃괃쐃딃섃뼃 쌀뜃밃딃꼃뼃 㰀戀㸀ഀ਀⠀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㘀㘀⸀倀愀琀栀─㈀ 匀椀最渀开匀琀爀愀椀最栀琀⸀䜀䤀䘀∀㸀㘀㘀㰀⼀愀㸀⤀⸀㰀⼀戀㸀 谀쐃넃봃 쐀뼃 쌀뜃밃딃꼃뼃 쌀쐃딃봃찃쐃뜃쐃넃숃 㰀戀㸀⠀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㘀㜀⸀倀愀琀栀─㈀ 匀椀最渀开匀琀爀愀椀最栀琀─㈀ 一愀爀爀漀眀─㈀ 匀椀最渀⸀䜀䤀䘀∀㸀㘀㜀넀㰃⼀愀㸀⤀㰀⼀戀㸀 눀섃꼃쌃먃딃쐃넃뤃 밀괃쌃넃 쌀쐃뼃 뼀씃됃괃쐃딃섃뼃 ഀ਀쌀뜃밃딃꼃뼃 㰀戀㸀⠀㰀愀 栀爀攀昀㴀∀椀洀愀最攀猀⼀䬀 㘀㜀⸀倀愀琀栀─㈀ 匀椀最渀开匀琀爀愀椀最栀琀─㈀ 一愀爀爀漀w%20Sign.GIF">67β), τότε πρέπει να καλυφθεί μόνο ένα μικρό τμήμα της ευθείας. Κάθε βήμα ή κίνηση αναλόγως πρέπει να συντομεύονται. Ένα σημείο πλάτους (68α) όταν βρίσκεται μέσα στο ουδέτερο σημείο (68β), απεικονίζει μία επέκταση του δρόμου που πρέπει να καλυφθεί. Μία βελόνα (69α) μέσα σ’ ένα σημείο κυκλικής πορείας (69β), απεικονίζει μία ολόκληρη στροφή καθώς το άτομο ακολουθεί κυκλική πορεία. Ένα άδειο σημείο κατεύθυνσης μέσα σ’ ένα ουδέτερο σημείο απεικονίζει μια απόκλιση από το μοτίβο των βημάτων που περιγράφονται στο κινησιόγραμμα στη σχετική κατεύθυνση. το (70) απεικονίζει πορεία στην ευθεία προς τα εμπρός με μικρά βηματάκια, (71) πορεία στην ευθεία με μικρά βήματα προς τα.πίσω, (72) πορεία στην ευθεία με μικρά βήματα προς τα πλάγια δεξιά (εμπρός αλλά μικρή απόκλιση προς τα δεξιά), τέλος το (73α) και το (73β) δηλώνουν ατομικές στροφές, δεξιά και αριστερά αντίστοιχα.

Στο παράδειγμα (74), ο χορευτής πρέπει να εκτελέσει μια ολόκληρη κυκλική κίνηση προς τ’ αριστερά, επιστρέφοντας έτσι εκεί από όπου ξεκίνησε. Στο (75) ο χορευτής εκτελεί μια κυκλική κίνηση ¾ προς τα δεξιά. Όπως και στις στροφές, έτσι και στο τέλος της κυκλικής κίνησης σημειώνεται δεξιά από το κινησιόγραμμα το καινούργιο μέτωπο με το ειδικό σημείο μετώπου. ωστόσο πρέπει να προσεχτεί το σημείο εκκίνησης της κυκλικής πορείας που δηλώνεται με το σημείο κάτω από το κινησιόγραμμα και απεικονίζει ότι το άτομο έχει μέτωπο προς τα δεξιά, οπότε μετά την κυκλική πορεία θα έχει μέτωπο προς τα εμπρός, όπως απεικονίζει και πάλι το σημείο πάνω από το κινησιόγραμμα. Από την κατεύθυνση των βημάτων και την κατεύθυνση των στροφών έχουμε την κυκλική θέση, δηλαδή τη θέση του κέντρου του κύκλου μπορεί να βρίσκεται μόνο στην αριστερά πλευρά του εκτελεστού, και αν γυρίσει κανείς με την ίδια κατεύθυνση των βημάτων προς τα δεξιά, όπως στο (76), τότε πρέπει το κέντρο να βρίσκεται δεξιά από τον εκτελεστή. Το (77) απεικονίζει ένα ημικύκλιο προς τα δεξιά, που πρέπει να γίνει με βήματα προς τα πίσω. Σ’ αυτή την περίπτωση το κέντρο βρίσκεται αριστερά από τον χορευτή, γιατί αυτός εκτελεί μια κυκλική κίνηση ¼ προς τ’ αριστερά με βήματα προς τα πίσω.

Ένα σημείο θέσης που βρίσκεται μέσα στο σημείο της κυκλικής κίνησης, δίνει όπως ακριβώς και στις στροφές (53) και (54) το βαθμό της στροφής. Στην περίπτωση της κυκλικής κίνησης το σημείο θέσης πληροφορεί ακόμα και για τη μορφή της κίνησης. Μια κυκλική κίνηση ¾ έχει άλλη μορφή από ένα μισό κύκλο (βλ. τα σκίτσα της κίνησης στο έδαφος (75’), (76’) και (77’).

 

ι) Οι στροφές και τα μέτωπα (τα αναφερόμενα σ’ ένα σημείο ακτινοβολίας)

Για την ερμηνεία της κυκλικής κίνησης, εισάγεται ο όρος της κυκλικής θέσης. Με τον όρο αυτό, νοείται ποιά πλευρά του εκτελεστή–μετά από στροφή ή κυκλική πορεία–αντικρίζει το κέντρο του κύκλου. Για τον χαρακτηρισμό των κυκλικών θέσεων απαιτούνται σημεία τα οποία αφ ενός να δηλώνουν την έννοια της στροφής, αφ ετέρου να δηλώνουν προς τα που θα πρέπει ο εκτελεστής να κοιτά. (ως προς ένα σημείο ακτινοβολίας.) Τα σημεία αυτά είναι σύνθετα με την έννοια ότι συντίθενται από τα σημεία στροφής, συν ένα μικρό μαύρο δίσκο σε μια από τις ακμές ή πλευρές του. Η θέση του σημείου σε μια από τις ακμές ή τις γωνίες του σημείου στροφής παρουσιάζει την θέση του κέντρου του κύκλου. Στα παραδείγματα 78-80, το σώμα περιστρέφεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε η αριστερή πλευρά του εκτελεστή να κοιτά προς τα μέσα (να αντικρίζει το κέντρο του κύκλου)˙ δηλαδή, το κέντρο του κύκλου να βρίσκεται αριστερά από τον εκτελεστή.

Στα παραδείγματα αυτά, τα σημεία της στροφής σημειώνονται στη στήλη μετατόπισης. Και στα τρία, πρωταγωνιστούν οκτώ χορευτές οι οποίοι ενώ είναι τοποθετημένοι σε μια κυκλική γραμμή, όλοι έχουν μέτωπο προς τα εμπρός (εμπρός μέρος του δωματίου). Στο (78) και οι οκτώ ερμηνευτές έχουν μέτωπο κατευθείαν εμπρός. Όπως δηλώνεται, όλοι πρέπει να στρίψουν προς τ’ αριστερά, τόσο όσο ο καθένας από αυτούς όταν τελειώσει την περιστροφή του, η αριστερή του πλευρά να αντικρίζει το κέντρο του κύκλου. Στο  σκίτσο (78’), οι εκτελεστές έχουν να εκτελέσουν διαφορετικού βαθμού στροφές. Το άτομο που βρίσκεται κοντά στη δεξιά πλευρά του δωματίου, έχει ήδη το μέτωπο που πρέπει. Γι αυτό δε χρειάζεται καθόλου να γυρίσει.

Στο (79) έχουν όλοι αρχικά μέτωπο προς τη δεξιά πλευρά του δωματίου. Μετά γυρίζουν όλοι προς τ’ αριστερά, μέχρι ότου γυρίσει καθένας την αριστερή πλευρά προς τα μέσα. Σ’ αυτό το παράδειγμα το άτομο, που στέκεται κοντά στο βάθος, είναι εκείνο που έχει ήδη το μέτωπο που πρέπει.

Στο (80)συναντούμε το συνδυασμένο σημείο στροφής. Στην περίπτωση αυτή, το σημείο απεικονίζει στροφές προς τα δεξιά και αριστερά, δηλαδή μερικοί χορευτές πρέπει να γυρίσουν προς τ’ αριστερά και οι άλλοι προς τα δεξιά. Και είναι αυτονόητο τότε, πως καθένας διαλέγει εκείνη την κατεύθυνση, προς την οποία θα έχει να κάνει τη μικρότερη στροφή. Από το σκίτσο του (80’) βλέπει κανείς, ότι έτσι καθένας δεν εκτελεί παρά πάνω από μισή στροφή, ενώ ο ύψιστος βαθμός στροφής στα δύο προηγούμενα σχήματα ήταν μία στροφή 7/8. Στην αρχή, όλοι οι χορευτές έχουν γυρίσει μέτωπο προς την πίσω αριστερή γωνία του δωματίου. Και στα τρία παραδείγματα επαναλαμβάνεται το σημείο στροφής κάπως πάνω από την πρώτη σημείωση δεξιά από το κινησιόγραμμα. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται για ένα σημείο κίνησης, αλλά για ένα σημείο μετώπου, για την απλή πιστοποίηση μιας κατάστασης.

Η ωφέλεια της δήλωσης του μετώπου σε σχέση με ένα σημείο ακτινοβολίας–στην προκείμενη περίπτωση το κέντρο του κύκλου–αποδεικνύεται στο (81) Πρόκειται για μια κυκλική πορεία, κατά την οποία κάθε χορευτής έχει α) διάφορα μέτωπα σε σχέση προς τους άξονες του δωματίου, β) το ίδιο μέτωπο σε σχέση με το κέντρο του κύκλου. Το παράδειγμα (81) περιγράφει την τοποθέτηση μιας ομάδας έξι ατόμων πάνω σε μια κυκλική γραμμή με την αριστερή πλευρά προς το κέντρο του κύκλου. Ο αριθμός μέσα σε κύκλο δίνει τον αριθμό των ατόμων. Το σημείο κατεύθυνσης προς τα πίσω, που διασχίζεται από μια κάθετη γραμμή, απεικονίζει ότι τα άτομα είναι τοποθετημένα το ένα πίσω από το άλλο, δηλ. καθώς στέκονται η αριστερή τους πλευρά αντικρίζει το κέντρο του κύκλου.  Αυτές οι δηλώσεις γράφονται κάτω από το κινησιόγραμμα. Το παράδειγμα αποτελείται από 4 μέτρα 3/4. Οι οριζόντιες γραμμές λοξά πάνω στο γραμμικό σύστημα είναι γραμμές μέτρων. Στα πρώτα τρία μέτρα κινείται κανείς πάνω σε μια κυκλική γραμμή, που γυρίζει προς τ’ αριστερά, στην αρχή με βήματα προς τα εμπρός. Στο τέλος του πρώτου μέτρου ακολουθεί μια στροφή ενός τετάρτου προς τ’ αριστερά, ώστε όλοι να έχουν μέτωπο το κέντρο. Στο δεύτερο μέτρο κινείται κανείς με βήματα πλάγια προς τα δεξιά πάνω στην ίδια κυκλική γραμμή και προς την ίδια κατεύθυνση. Στο τέλος του δευτέρου μέτρου ακολουθεί μια μισή στροφή προς τα δεξιά. Γι αυτό έχει κανείς τώρα την πλάτη προς το κέντρο. Το τρίτο μέτρο απεικονίζει βήματα δεξιά προς τ’ αριστερά, με τα οποία συνεχίζεται η κίνηση πάνω στην κυκλική γραμμή προς την ίδια κατεύθυνση. Και στο τέταρτο μέτρο κινείται κανείς συνεχώς πάνω στην ίδια κυκλική γραμμή. Επειδή όμως, τα βήματα οδηγούν προς τα δεξιά κι επειδή έχουν στρέψει την πλάτη προς το κέντρο, κινούνται πλέον πάνω σ’ ένα κύκλο που γυρίζει προς τα δεξιά.        

 

ια) Το σημείο επανάληψης

Τα σημεία επανάληψης αποτελούνται από ένα σημείο ισότητος τοποθετημένο στην προς τ’ αριστερά επεκτεινόμενη αρχική γραμμή και από ένα κάτω από την προς δεξιά επεκτεινόμενη τελική γραμμή του μέρους που πρόκειται να επαναληφθεί. Αυτός ο συνδυασμός απεικονίζει, ότι το μεταξύ των δύο σημείων μέρος πρέπει να επαναληφθεί όπως είναι. Οι αριθμοί πάνω από το σημείο ισότητας στην αρχή και κάτω από το σημείο ισότητας στο τέλος μας δηλώνουν πόσο συχνά πρέπει να εκτελεστεί το μοτίβο. Στο (82) το μοτίβο εκτελείται οκτώ φορές. Εάν αντί του αριθμού τεθεί το κατακόρυφο σημείο ad libitum (83), ο αριθμός των επαναλήψεων τίθεται στην κρίση των εκτελεστών. Η τροποποιημένη μορφή του σημείου επαναλήψεως στο (84) απεικονίζει τη συμμετρική επανάληψη, κατά την οποία αντί μιας κινήσεως προς τα δεξιά εκτελείται μία κίνηση προς τ’ αριστερά και αντιστρόφως˙ και κατά την οποία στη θέση ενός δεξιού μέρους του σώματος εκτελεί την κίνηση ένα αριστερό την πρώτη, τρίτη και πέμπτη φορά και τη συμμετρική κίνηση τη δεύτερη και τέταρτη φορά. Το μοτίβο που πρόκειται να επαναληφθεί σ’ αυτό το παράδειγμα, αρχίζει με άρση.

 

ιβ) Τα σημεία παύσης

Ο μικρός κύκλος (85α) που βρίσκεται πάνω από ένα σημείο μετατόπισης είναι το σημείο παύσης, το οποίο απεικονίζει ότι το ανάλογο πόδι φέρει το βάρος (στάση στο σώμα). Αντίστοιχα, το κενό τετράγωνο (85β) που βρίσκεται είτε στις στήλες κίνησης των σκελών και των άνω άκρων, απεικονίζει παύση στο χώρο. Το σημείο αυτό απεικονίζει, ότι το σχετικό μέρος του σώματος μένει στο ίδιο σημείο του ορίζοντα, ενώ το σώμα αλλάζει τη θέση του. Ένα τρίτο σημείο παύσης χρησιμοποιείται για να δηλώσει στάση στον τόπο το δηλαδή, το σημείο για τη στάση στη θέση η οποία υφίσταται μόνον όταν έναν μέρος του σώματος μένει στην ίδια θέση, ενώ το σώμα κινείται (85γ).

Ένα σημείο κατεύθυνσης στην στήλη μετατόπισης του βάρους (δηλ. πρώτη στήλη), απεικονίζει ότι το ανάλογο πόδι παίρνει όλο το βάρος. Μετά από ένα βήμα προς τα πίσω το Α διατηρεί το σωματικό βάρος (86). Αν μετά από το βήμα προς τα εμπρός με το Α, πρέπει να σταθεί κανείς και στα δύο πόδια, για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να γραφεί για το άλλοτε σταθερό σκέλος ένα σημείο παύσης, για να δηλώσει ότι διατηρεί το σωματικό βάρος (87). Στο παράδειγμα (88) το Δ παραμένει φορτωμένο, ενώ το Α ετοιμάζει ένα πήδημα. Η επόμενη κίνηση του Δ απεικονίζει το τελικό πήδημα, η παύση για το Δ ακυρώνεται από την κίνηση του Δ. Το κενό και στις δύο στήλες μετατόπισης απεικονίζει άρα σ’ αυτή την περίπτωση όχι βέβαια πήδημα, αλλά στάση.

 

ιγ) Τα σημεία-σύμβολα του σώματος

Τα σύμβολα του σώματος (89) εκφράζουν ποιό μέρος του σώματος κινείται. Στις διάφορες στήλες κίνησης κατέχουμε ήδη ένα μέσο για να εκφράσουμε κάτι τέτοιο και μάλιστα μπορούμε να γράψουμε στις ανάλογες στήλες κινήσεις όλου του σκέλους, όλου του βραχίονα και των δύο ημίσεων του άνω σώματος με τη χρησιμοποίηση γραμμικών σημείων. Για τα μέρη του σώματος στα οποία έχουμε ήδη αναφερθεί δεν χρειαζόμαστε ιδιαίτερες ενδείξεις. Αντίθετα, χρειαζόμαστε κάποιες όταν θα πρέπει να κινηθούν τα μέρη των βραχιόνων, των σκελών ή το κεφάλι. Ακόμη έχουμε σημεία για μέρη του κορμού όπως το στήθος, η μέση και η περιφέρεια, κ.ο.κ. Τα σύμβολα έχουν την ακόλουθη σημασία:

(α) α+δ ώμος

(β) α+δ αγκώνας

(γ) α+δ καρπός

(δ) α+δ χέρι

(ε) α+δ δάχτυλα χεριού

(στ) δ αντίχειρας και α μικρό δάκτυλο[2]

(ζ) α+δ γοφός

(η) α+δ γόνατο

(θ) α+δ αστράγαλος

(ι)  α+δ πόδι

(ια) α+δ δάχτυλα ποδιού

(ιβ) α+δ μεγάλο δάχτυλο ποδιού 

(ιγ) κεφάλι

(ιδ) λαιμός

(ιε) και τα δύο χέρια

(ιστ) και οι δύο μηροί

(ιζ) δ αγκώνας,

(ιη) δ γάμπα

(ιθ) στήθος

(κ) μέση 

(κα) περιφέρεια

(κβ) περιφέρεια ώμων

(κγ) κορμός (από το στήθος στην περιφέρεια)

(κδ) εμπρός μέρος του στήθους

(κε) παλάμη / πέλμα

(κστ) πλευρά δ χεριού (από την πλευρά του αντίχειρα)

(κζ) δ αφτί

(κη) από την περιφέρεια στο στήθος (ανάποδα)

(κθ) από το κεφάλι στα πόδια

(λ) δ γόνατο  

 

Το (90) απεικονίζει μια κλίση του στήθους προς εμπρός ψηλά. Η κίνηση παρουσιάζεται στο κάτω μέρος της σπονδυλικής στήλης, ενώ η λεκάνη μένει αμέτοχη. Αντίθετα, σε μια κάμψη του κορμού προς τα εμπρός, η κίνηση γίνεται στην άρθρωση ή στις αρθρώσεις των γοφών (91). Και στις δύο περιπτώσεις το κεφάλι παραμένει ως συνέχεια της γραμμής της σπονδυλικής στήλης.

Το σημείο αναφοράς για μια κίνηση του γονάτου είναι η άρθρωση των γοφών. Εάν το γόνατο οδηγηθεί μπροστά, όπως στο (92), βρίσκεται σε μια οριζόντιο γραμμή εμπρός από το γοφό˙ ο μηρός του Α ποδιού κατευθύνεται προς τα εμπρός, η κνήμη παραμένει στην προηγούμενη θέση. Στο (92) κρέμεται κάθετα προς τα κάτω. Το σημείο αναφοράς για μια κίνηση του αγκώνα είναι ο ώμος. Όταν οι αγκώνες οδηγηθούν οριζόντια στο πλάι, όπως στο (92), βρίσκονται στο ίδιο ύψος και πλαγίως των ώμων. Οι βραχίονες κατευθύνονται πλαγίως, ενώ ο πήχης παραμένει στην ίδια θέση, δηλαδή, κρέμονται προς τα κάτω.

Το σημείο αναφοράς για μια κίνηση του καρπού είναι ο αγκώνας. Στο παράδειγμα (93), οι βραχίονες κρέμονται κατ’ αρχήν κάθετα προς τα κάτω. Μετά και οι δύο καρποί έρχονται εμπρός βρίσκονται τότε σε μια οριζόντια γραμμή μπροστά στους αγκώνες, με άλλα λόγια οι πήχεις κατευθύνονται τότε οριζόντια προς τα εμπρός. Η κίνηση γίνεται στην άρθρωση των αγκώνων. Ανάλογα συμβαίνουν και στις κινήσεις του αστραγάλου. Το σημείο αναφοράς είναι το γόνατο και η κίνηση γίνεται στην άρθρωση του γονάτου.  Στο (93) πρέπει να οδηγηθεί ο δεξιός αστράγαλος προς τα πίσω τότε κατευθύνεται όλη η κνήμη προς τα πίσω, η κίνηση όμως, αυτή δεν αφορά το μηρό ο οποίος συνεχίζει να κατευθύνεται προς τα κάτω.

Το σημείο αναφοράς για τις κινήσεις του χεριού είναι ο καρπός, αντίστοιχα του ποδιού είναι ο αστράγαλος. Στο (94) έχουμε έκταση των βραχιόνων πλαγίως ως προς τον πήχη. Το Δ σκέλος πρέπει να οδηγηθεί οριζοντίως εμπρός και το πόδι κάθετα προς τα πάνω ούτως, ώστε να ίσταται σε ορθή γωνία προς την κνήμη.

Η γωνιώδης παρένθεση, η οποία συνδέει στο (95) τα δύο σημεία κατεύθυνσης, απεικονίζει ότι η δεύτερη κίνηση εκτελείται από το ίδιο μέρος του σώματος, όπως και η πρώτη. Σ’ αυτή την περίπτωση και οι δύο κινήσεις έχουν γραφεί για το στήθος. Αυτή η παρένθεση χρησιμοποιείται όταν οι κινήσεις είναι γραμμένες πάνω από ένα σημείο του σώματος και όταν αυτές οι δηλώσεις βρίσκονται σε καθορισμένες στήλες (βλ. 9).

 

ιδ) Οι κάμψεις του άνω σώματος

Η φυσική στάση του ανθρώπου είναι η ορθή και γι αυτό γράφεται μόνο, όταν σηκώνεται κανείς από μια κάμψη. Το (96) απεικονίζει τη φυσική ορθή στάση του άνω σώματος. Όταν το άνω σώμα συμμετέχει σε μια πλαϊνή κίνηση του βραχίονα, δημιουργείται μια κύρτωση της σπονδυλικής στήλης, που έχει ως αποτέλεσμα μια κάμψη του μέρους του ώμου. Σε μια οριζόντια κίνηση του βραχίονα προς τα άνω, η κάμψη του άνω σώματος είναι ελαχίστη, στην κύρτωση συμμετέχουν οι επάνω σπόνδυλοι (100). Σε μια οριζόντια κίνηση του βραχίονα, η κάμψη του άνω σώματος είναι κάπως βαθύτερη. Συμμετέχουν όλοι οι σπόνδυλοι του στήθους (97). Σε μια κίνηση του βραχίονα προς τα κάτω το άνω σώμα κάμπτεται τόσο, όσο είναι δυνατόν, χωρίς να αλλάξει η θέση της λεκάνης. Συμμετέχουν ακόμη και οι σπόνδυλοι των γοφών (98). Σε μια συμμετοχή του άνω σώματος σε μια μονόπλευρη κίνηση του βραχίονα προς τα εμπρός, λοξά εμπρός, πίσω και λοξά πίσω, εκτός από την κύρτωση έχουμε και μια ελαφρά στροφή της σπονδυλικής στήλης (99) και (102).

Οι κάμψεις του άνω σώματος μπορούν να εκτελεστούν και να γραφούν χωρίς τις ανάλογες κινήσεις του βραχίονα. Είναι ακόμη δυνατόν ο βραχίονας να έχει άλλη κατεύθυνση απ’ ότι το άνω σώμα (101). Στις κάμψεις των δύο ημίσεων του άνω σώματος προς αντίθετες κατευθύνσεις εμπρός-πίσω ή λοξά-εμπρός, λογά-πίσω) παρουσιάζεται μόνο μια ελαφρά στροφή γιατί η μια κάμψη αναιρεί την άλλη (103).  Στο παράδειγμα (104) ο κορμός κάνει κλίση προς τα εμπρός (το σώμα από τους γοφούς σκύβει προς τα εμπρός μέχρις ότου το σώμα σχηματίσει 900). Τα σημεία (106) δηλώνουν αντέγκληση, το οποίο προήλθε από το μουσικό σημείο του crescendo και decrescendo. Τα σημεία αυτά σε μια από τις στήλες κίνησης δηλώνουν τη σταδιακή επαναφορά στην αρχική θέση μετά από μια άλλη κίνηση. Το παράδειγμα (105) δηλώνει ότι το σώμα από τα πόδια μέχρι το στήθος γέρνει προς τα εμπρός ψηλά και στη συνέχεια, επανέρχεται στη θέση του, δηλαδή στην ορθή θέση.

Τα παραδείγματα 107-110, απεικονίζουν κινήσεις μερών του σώματος. Το (107) απεικονίζει ότι και τα δύο χέρια βρίσκονται λυγισμένα ελαφρά προς τη διαγώνια εμπρός θέση, και επιπλέον, η παλάμη του δ χεριού κοιτά προς τα κάτω. Το (108) απεικονίζει μικρό βήμα προς τα πίσω με το Α πόδι. Το Δ χέρι είναι προς το πλάι δεξιά, το Α εμπρός διαγώνια αριστερά. Ο κορμός όρθιος. Το (109) το Α χέρι προς τα κάτω λυγισμένο στον αγκώνα. Το Δ χέρι σε οριζόντια θέση λυγισμένο και με το δεξί χέρι ακουμπά στο Δ αφτί. Το (110) απεικονίζει ένα σκύψιμο προς τα εμπρός ψηλά. Τα χέρια εμπρός χαμηλά ελαφρώς λυγισμένα και η παλάμη των δύο χεριών προς τα κάτω.

 

ιε) Επαφή με το έδαφος και επιβάρυνση των μερών του ποδιού

Η επαφή του εδάφους με τα διάφορα μέρη του ποδιού εκφράζεται με μικρές αποστρόφους και γραμμές, οι οποίες προστίθενται στα σημεία των κινήσεων του σκέλους (111). Μία απόστροφος που απεικονίζει προς τα πάνω, απεικονίζει την επαφή με τις μύτες των δακτύλων (α), το συνδυασμένο σημείο (μία απόστροφος με μια μικρή οριζόντια γραμμή) απεικονίζει την επαφή με το μετατάρσιο μαζί με τα δάκτυλα (β), τη μικρή οριζόντια γραμμή (γ) απεικονίζει επαφή με το μετατάρσιο, ένα συνδυασμένο σημείο με δύο αποστρόφους (δ) απεικονίζει επαφή με όλο το πέλμα, τέλος, μια απόστροφος, που απεικονίζει προς τα κάτω, την επαφή με τη φτέρνα (ε).

Στο (112) στο 1 λυγίζει το σταθερό πόδι, ενώ η μύτη του ελεύθερου Δ ποδιού αγγίζει το έδαφος μπροστά από το αριστερό, στο 2 επιστροφή στην αρχική θέση και των δύο ποδιών. Στο (113) η φτέρνα του Δ σκέλους αγγίζει το έδαφος μπροστά από το σταθερό πόδι, το οποίο κάμπτεται ελαφρώς, μετά επιστροφή στην αρχική θέση και των δύο ποδιών, κατ’ αυτό η μύτη του αριστερού ποδιού αγγίζει το έδαφος πίσω από το σταθερό πόδι, το οποίο κάμπτεται ελαφρώς, μετά πάλι επιστροφή στην αρχική θέση.

Τα ίδια σημεία επαφής που ήδη γνωρίσαμε στο σχήμα 111, μπορούν να τοποθετηθούν και σ’ ένα σημείο μετατόπισης. Σ’ αυτή την περίπτωση πληροφορούν μόνο για το ποιο μέρος του ποδιού φέρει το βάρος του σώματος. Η στάση στο μετατάρσιο (114) απεικονίζει ότι στεκόμαστε στο εμπρός μέρος του ποδιού, αλλά ότι η φτέρνα ελάχιστα σηκώνεται από το έδαφος. Στο (115) δηλώνονται βήματα φτέρνας. Όλοι οι τρόποι θέσης βάρους σε βήματα μέσου ύψους ή και χαμηλά μπορούν να παρουσιαστούν.

Στο παράδειγμα (116) στο τέταρτο βήμα του πρώτου μέτρου το Α πόδι κτυπά το έδαφος με όλο το πέλμα, στο τέταρτο βήμα του δεύτερου μέτρου το Δ πόδι κτυπά το έδαφος με το μπροστινό μέρος του πέλματος (μετατάρσιο).

Το (117) απεικονίζει ότι και στα δύο βήματα πατάει όλο το πέλμα επίπεδα στο έδαφος. Δυο διαφορετικά σημεία επαφής σ’ ένα σημείο βήματος περιγράφουν το ξετύλιγμα του ποδιού. Κατά το πρώτο βήμα (118) κάθεται πρώτα η φτέρνα και ξετυλίγεται το πόδι στο πέλμα, κατά το δεύτερο βήμα κάθεται πρώτα το μετατάρσιο και μετά ξετυλίγεται το πόδι στο πέλμα. Όταν μετά από μια μετατόπιση, συμβαίνει μια αλλαγή της επιβάρυνσης, το σημείο μετατόπισης γράφεται κατ’ ευθείαν στην κεντρική γραμμή. Δύο ομοιόμορφα σημεία επαφής σε ένα σημείο βήματος απεικονίζουν ένα βήμα, το οποίο γλιστράει. Το (119) απεικονίζει ένα βήμα chassé. Δύο σημεία επαφής ίδιου ή διαφορετικού είδους σε ένα σημείο κίνησης σκέλους απεικονίζουν πάντα ένα γλίστρημα πάνω από το έδαφος. Το (128) απεικονίζει το γλίστρημα κατά την προετοιμασία ενός κλασσικού jeté.

 

ιστ) Τα σημεία

Ανάλογα προς τις τρεις θέσεις ύψους των σημείων κατεύθυνσης (βλ. 23-25) υπάρχουν και τρεις θέσεις ύψους για τα σημεία θέσης. Το (120) απεικονίζει τις ψηλές θέσεις. Το σημείο για τη θέση ψηλά, δηλαδή πάνω από κάτι, είναι μια συγχώνευση είτε των δύο σημείων θέσης αριστερά-ψηλά και δεξιά-ψηλά, είτε των σημείων θέσης εμπρός-ψηλά και πίσω-ψηλά. Και τα δύο σημεία απεικονίζουν το ίδιο. Το (121) απεικονίζει το σημείο για μέσου ύψους θέσεις. Το σημείο για τη θέση μέσα σε κάτι μπορεί να συνδυαστεί είτε από τα σημεία θέσης δεξιά και αριστερά, είτε από τα αντίστοιχα σημεία εμπρός και πίσω. Το (122) απεικονίζει τα σημεία για χαμηλές θέσεις. Το σημείο για τη θέση κάτω από κάτι μπορεί να προέλθει από τα σημεία δεξιά-χαμηλά και αριστερά-χαμηλά ή από τα σημεία εμπρός-χαμηλά και πίσω-χαμηλά. Το σχήμα (123) απεικονίζει τα ειδικά προβλήματα της κίνησης των άνω και κάτω άκρων και τη θέση που εμφανίζουν αναφορικά με το σώμα.

 

ιζ) Πηδήματα και στροφές συγχρόνως

Στο (124) εκτελείται μια στροφή ενός τετάρτου προς τα δεξιά πάνω στο Δ το οποίο καταλήγει σε λύγισμα του γονάτου. Αν η στροφή αυτή γίνεται στον αέρα, τότε στη στήλη των κινήσεων του σκέλους, σημειώνεται μια κάθετη γραμμή (125), η οποία ονομάζεται γραμμή δράσης. Η γραμμή αυτή απεικονίζει μια κίνηση σκέλους που δεν έχει περιγραφεί λεπτομερέστερα. Αυτή η κίνηση σκέλους δεν πρέπει να εκτελείται αυθαίρετα, αλλά σε συνδυασμό με την όλη κίνηση.

Οι στροφές σε 1/16 εκφράζονται με ένα συνδυασμένο σημείο θέσης.  Στο (126) έχουν ενωθεί τα σημεία θέσης μιας στροφής 1/8 και ¼). Αυτό απεικονίζει, ότι ο βαθμός στροφής βρίσκεται μεταξύ αυτών των δύο αξιών, ότι λοιπόν εκτελείται μια στροφή 3/16 προς τα δεξιά. Το (127) απεικονίζει τον ίδιο βαθμό στροφής σε μια κυκλική κίνηση προς τα δεξιά. Ακόμη και στο σημείο μετώπου ενώνονται μεταξύ τους δύο σημαία θέσης για να καθορίσουν μια ενδιάμεση κατεύθυνση του μετώπου.

 

ιη) Κυκλοτερές κινήσεις  βραχιόνων και σκελών

Ένα ή περισσότερα σημεία θέσης, τα οποία γράφονται μέσα σ’ ένα κάθετο τόξο, δηλώνουν, ότι ο βραχίονας ή το σκέλος θα φθάσει στον προορισμό του κυκλοτερώς, δηλ. με μια μικρή λοξοδρόμηση. Στο (129) πρέπει μια κίνηση του βραχίονα  από αριστερά εμπρός προς δεξιά εμπρός να εκτελεστεί πρώτα κυκλοτερώς προς τα πάνω και μετά κυκλοτερώς προς τα κάτω. Μπορούν ακόμα να εκτελεστούν κυκλοτερές κινήσεις γύρω από μια θέση. Στο (130) ο δεξιός βραχίονας και μαζί του το δεξί χέρι κατευθύνεται κάθετα προς τα πάνω˙ το δεξί χέρι εκτελεί μια μικρή κίνηση γύρω απ’ αυτή τη θέση.

 

ιθ) Λεπτές διαφορές κατεύθυνσης

Τα σημεία θέσης, όπως στα παραδείγματα 120-122 γράφονται μέσα στα σημεία κατεύθυνσης προκειμένου να περιγράψουν λεπτές διαφορές κατεύθυνσης. Η κυρίως κατεύθυνση, που υποδεικνύεται από το σημείο κατεύθυνσης, θα πρέπει λίγο (κατά 1/3 της απόστασης) ν’ αποκλίνει προς την γειτονική κύρια κατεύθυνση, που υποδεικνύεται από το σημείο θέσης. Έτσι, δημιουργούνται ανάμεσα σε κάθε δύο κύριες κατευθύνσεις από δύο ενδιάμεσες βαθμίδες. Το (132α) απεικονίζει την κύρια κατεύθυνση ψηλά, το (132δ) απεικονίζει τη γειτονική κύρια κατεύθυνση εμπρός-ψηλά, τα παραδείγματα (132β) και (132γ) απεικονίζει τις δύο ενδιάμεσες κατευθύνσεις ψηλά προς εμπρός ψηλά (132β) και εμπρός ψηλά προς ψηλά (132γ). Στο (133α-δ) συναντάμε τις ακόλουθες κατευθύνσεις: εμπρός (133α), εμπρός προς δεξιά εμπρός (133β), δεξιά εμπρός προς εμπρός (133γ) και δεξιά εμπρός (133δ). Στα παραδείγματα (134α-δ) βρίσκουμε τις κατευθύνσεις: δεξιά χαμηλά (134α), δεξιά χαμηλά προς χαμηλά (134β), χαμηλά προς αριστερά χαμηλά (134α) και χαμηλά (134δ). Το σχήμα (135) απεικονίζει παραστατικά αυτές τις ενδιάμεσες θέσεις.

Το παράδειγμα (140) εκτείνουμε τους βραχίονες προς το πλάι. Τα σημεία θέσης μας δηλώνουν, ότι οι βραχίονες δε βρίσκονται ακριβώς οριζοντίως προς το πλάι, αλλά στέκονται κάτω από το ύψος των ώμων και συγχρόνως προς τα εμπρός λυγισμένα. Στο (136) το Δ κατευθύνεται προς τα εμπρός χαμηλά, και όχι στην κύρια κατεύθυνση (450 προς την κάθετο), αλλά κάπως χαμηλότερα (300 προς την κάθετο). Στο (138) το κεφάλι κλίνει προς τα εμπρός κατά 150 από την ορθή στάση. Στο (137) ο κορμός έχει μικρότερη κάμψη απ’ ό, τι στην περίπτωση της κατεύθυνσης εμπρός ψηλά. Στο (139) εκτελείται ένα βήμα προς τα εμπρός, το οποίο αποκλίνει κατά 150 προς τα δεξιά. Στο (141) τα πόδια βρίσκονται παράλληλα στην πρώτη θέση, ωστόσο οι μύτες των ποδιών ανοίγουν προς τα έξω (εκτεταμένη στροφή) μέχρις ότου σχηματίσουν ευθεία γραμμή (πρώτη θέση στο μπαλέτο).

 

κ) Σημεία αναφοράς

Τα σημεία αναφοράς αποτελούνται από: Το σημείο επαφής (touching) (142α). Το σημείο μεταφοράς (carrying) (142β). Το σημείο επαφής (σχεδόν επαφή) (142γ). Το σημείο περικύκλωσης, (grasp (142δ). Το σημείο κρατήματος (holding) (142ε). Το σημείο διεύθυνσης (addressing) (142στ).

Το κάθετο καμπυλωτό τόξο (142ζ) χρησιμοποιείται για πολλούς και διαφορετικούς σκοπούς. Για παράδειγμα, στη στήλη μετακίνησης και κίνησης άνω και κάτω άκρων η σύνδεση διαφορετικών σημείων κατεύθυνσης (η μία πάνω από την άλλη) δηλώνει συνεχή ροή. Ένα μικρό τόξο που ενώνει δύο συνεχόμενα σημεία κατεύθυνσης δηλώνει στρογγύλεμα της πορείας. Μπορεί επίσης, να δηλώσει τη σύγχρονη εκτέλεση ενδείξεων που εγγράφονται η μία πάνω στην άλλη,  όταν αυτές περικλείονται μέσα σ’ ένα κάθετο τόξο. Το κάθετο τόξο με τις στρογγυλεμένες γωνίες ονομάζεται τόξο συνυπολογισμού (142η), που δηλώνει τη συμμετοχή μέρος του σώματος στην κύρια κίνηση. Στο τόξο αυτό μπορεί να τοποθετηθεί για παράδειγμα το σημείο του γοφού που απεικονίζει ότι παράλληλα με την κύρια κίνηση (το βάδισμα) περιλαμβάνεται και λύκνισμα των γοφών. Το τόξο με τις οξείες γωνίες ονομάζεται προσθετική αγκύλη (142θ), όπου για παράδειγμα αν τοποθετηθεί το σημείο του καρπού, απεικονίζει ότι ο καρπός οδηγεί την κίνηση του χεριού. Μία ένδειξη που γράφεται πάνω από τη γραμμή δράσης και ενώνεται με ένα μικρό κάθετο τόξο είναι επίσης, ένας τρόπος γραφής προς ποια κατεύθυνση κατευθύνεται η κίνηση. Το (142ι) δηλώνει σταδιακή μετάβαση στη δεύτερη κλίμακα στενότητας. Ένα σημείο θέσης, το οποίο στέκεται πλάϊ σ’ ένα σημείο αναφοράς, δηλώνει σε ποια θέση βρίσκεται το ανάλογο μέρος του σώματος ή αντικείμενο σε σχέση με ένα άλλο μέρος του σώματος ή αντικείμενο.

Το σημείο συνάντησης (143α-δ), το οποίο περιγράφει μια σχέση από απόσταση, χωρίς επαφή. Τα σημεία συνάντησης γράφονται δεξιά από το κινησιόγραμμα ή στην αρχή κάτω από το κινησιόγραμμα. Αποτελούνται από μικρές γραμμές, οι οποίες απεικονίζουν τη μετωπική σχέση ενός ατόμου με ένα άλλο άτομο ή πράγμα. Η κάθετη γραμμή απεικονίζει ότι κάποιος ή κάτι στέκεται δεξιά ή αριστερά από το δρων άτομο. Στο (144β) στέκεται στη αριστερή πλευρά του δρώντος ατόμου ένα άλλο άτομο. Δεν έχει όμως ακόμα λεχτεί τί μέτωπο έχει το άτομο β και σε ποιά απόσταση στέκεται από το δρων άτομο. Στο παράδειγμα (146α) κάθε ένα από τα άτομα που μετέχουν στη δράση έχει ένα άλλο άτομο μπροστά του, δηλαδή στέκεται κανείς καρσί (απέναντι). Ο διπλός κύκλος είναι το σημείο για κάθε ένα άτομο. Το (144γ) δηλώνει ότι το κορίτσι πρέπει να έχει στην αριστερή του πλευρά το αγόρι, και το αγόρι στη δεξιά του πλευρά το κορίτσι. Τα επόμενα παραδείγματα δηλώνουν ότι υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ στοιχείων: το (145α) το δεξί δάκτυλο του ποδιού αγγίζει από δεξιά τον αριστερό αστράγαλο. Στο (145β) το δεξί χέρι του άντρα πιάνει το αριστερό χέρι της γυναίκας από εμπρός. Στο (145γ) η μαγκούρα κρατιέται από το Δ χέρι. 

Ένα μαύρο σημείο θέσης σε κύκλο απεικονίζει τον άντρα. Ένα άσπρο σημείο θέσης σε κύκλο απεικονίζει τη γυναίκα (146α). Ένα μαύρο και ένα άσπρο σημείο θέσης σε κύκλο απεικονίζει ζευγάρι που αποτελείται από έναν άντρα και μία γυναίκα (146β).

Ένας αριθμός μέσα σε κύκλο απεικονίζει τον αριθμό των ατόμων που συμμετέχουν στη δράση (147α). Στο παράδειγμα, δύο άντρες. Το σημείο ab libitum που στέκεται ορθό μέσα σ’ ένα μικρό κύκλο, απεικονίζει έναν οιονδήποτε αριθμό ατόμων Στο παράδειγμα (147β) δηλώνεται ένας οποιοσδήποτε αριθμός ανδρών και γυναικών.

 

κα) Σημεία δυναμικής

Τα σημεία δυναμικής αποτελούνται από:

Τα σημεία ελαφρού τόνου (148α) και δυνατού τόνου (148β). Το σημείο ελαφρού σουσταρίσματος (150α) και δυνατού σουσταρίσματος (150β).Το σημείο δυνατής έντασης (149α) και το σημείο ελαφράς έντασης (149β): το μήκος του κάθετου τόξου απεικονίζει τη διάρκεια της έντασης και στις δύο περιπτώσεις. Στο παράδειγμα (152) μετά από ένα βαθύ βήμα πίσω αριστερά στη θέση του μεταταρσίου στα δύο πόδια. Ακολουθεί ένα διπλό σουστάρισμα, κατά το οποίο κατεβαίνει κανείς σε όλο το πόδι, και πάλι ξαναγυρίζει στη στάση του μεταταρσίου. Στο παράδειγμα (153) μετά από ένα εκτεταμένο σούρσιμο και των δύο ποδιών προς τα εμπρός κτυπούν και τα δύο με δύναμη στο έδαφος και στη συνέχεια το Α σηκώνεται προς την εμπρός χαμηλά θέση. Στο παράδειγμα (154) εκτελούνται δύο μικρά βήματα με λυγισμένα βήματα προς τα εμπρός με ένταση, στο τρίτο βήμα κλίνουν και τα δύο πόδια παράλληλα. Στη συνέχεια, τα χέρια κτυπούν τρεις φορές παλαμάκια. Στο παράδειγμα (155) δηλώνει στράκες στα δάκτυλα, ενώ το παράδειγμα (156) δηλώνει αρχικά κτύπημα δακτύλων και στη συνέχεια, παλαμάκια με το εσωτερικό του χεριού.  

κβ) Συνδέσεις χεριών  και μοτίβο κλειδί.

Στυλιζαρισμένο κράτημα των χεριών στους ελληνικούς χορούς για άντρες και γυναίκες είναι: α) αυτό που συμβατικά ονομάζουμε [V] και απεικονίζεται στο παράδειγμα 157, αντίστοιχα το κράτημα σταύρωμα απεικονίζεται στο παράδειγμα 158. Τα χέρια είναι λυγισμένα, οι καρποί μένουν όμως τεντωμένοι, τα δάκτυλα είναι τεντωμένα και στο πλάι τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο. Στο παράδειγμα 159 το Α χέρι του χορευτή στηρίζεται στη μέση του ενώ το Δ χέρι στηρίζεται ανοικτό το πλάι χαμηλά στη ζώνη του ατόμου που στέκεται στα αριστερά του. Στο παράδειγμα 160, το Α χέρι είναι τοποθετημένο στην αριστερή πλάι χαμηλά θέση, ενώ το Δ χέρι κρατά ένα μπαστούνι. Η θέση του χεριού όπως απεικονίζεται στο παράδειγμα είναι: ο βραχίονας στην κάτω θέση και το χέρι στην εμπρός μεσαίο επίπεδο θέση, δηλαδή είναι λυγισμένο.

Άλλος τρόπος γραφής για το χέρι στη μέση απεικονίζεται στο παράδειγμα 161, όπου αντί για την κατεύθυνση του χεριού, η θέση του δηλώνεται με το σημείο συρρίκνωσης (λυγίσματος) του χεριού ως ένα σώμα.

Το παράδειγμα 162 απεικονίζει λύγισμα και τέντωμα των ποδιών. Το συγκεκριμένο παράδειγμα λειτουργεί ως κώδικας για τα βήματα που γράφονται στη στήλη μετακίνησης. Αντίθετα, το λύγισμα που απεικονίζεται στο παράδειγμα 163 δηλώνει μικρά βήματα στη στήλη μετακίνησης με σουστάρισμα στα γόνατα.

Στο παράδειγμα 164, ο χορευτής κρατά στα χέρια του ένα μαντίλι. Το παράδειγμα 165 απεικονίζει κράτημα των χορευτών από τους ώμους.

Στο παράδειγμα 166 απεικονίζεται η σύνδεση τριών χορευτών. Η οριζόντια γραμμή που ενώνει τα μεμονωμένα κινησιογράμματα δηλώνει σύγχρονη κίνηση.

Το παράδειγμα 167 με τα διαδοχικά σημεία ψηλά και χαμηλά πάνω από το σημείο των ώμων, δηλώνει συνεχές ανασήκωμα και επαναφορά στην αρχική θέση των ώμων. Αντίστοιχα, οι ενδείξεις () και () στη στήλη κίνησης των σκελών δηλώνουν συνεχές λύγισμα και τέντωμα των γονάτων 168

Το παράδειγμα 169 απεικονίζει τις κινήσεις των χεριών που πραγματοποιούν οι γυναίκες στο χορό Κουτσό (Νέα Βύσσα).

Το παράδειγμα 170 τα χέρια βρίσκονται στην εμπρός θέση (μεσαίο επίπεδο) ελαφρώς λυγισμένα και κινούνται διττά: α) λυγίζουν και τεντώνουν και β) ψηλά και χαμηλά.

Και το επόμενο παράδειγμα 171 απεικονίζει κινήσεις χεριών των γυναικών στο χορό Κουτσό από τη Νέα Βύσσα.

Το παράδειγμα 172 απεικονίζει τις κινήσεις της παλάμης δεξιά και αριστερά ενώ τα χέρία βρίσκονται στην εμπρός ψηλά θέση.

 

[1] Στο κείμενο τα κεφαλαία γράμματα Α και Δ αντικαθιστούν τις λέξεις αριστερό πόδι/ αριστερό χέρι και δεξιό πόδι /δεξιό χέρι, αντίστοιχα.

[2] Τα σημεία για τα δάκτυλα προέρχονται από τα σημεία του χεριού. Η τελεία πάνω από το σημείο του χεριού απεικονίζει τον αντίχειρα. Αντίστοιχες τελείες στο σύμβολο του ποδιού δηλώνουν τα δάχτυλα του ποδιού.

 

ÅðéóôñïöÞ óôçí áñ÷Þ